Άρθρο 15 Αστικές και διοικητικές κυρώσεις – Δικαίωμα αποζημίωσης – Έναρξη παραγραφής – Τροποποίηση άρθρου 53 Κώδικα Εργατικού Δικαίου (άρθρα 16, 21 και 23 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970)

Στο άρθρο 53 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 23 του ν. 3896/2010 (Α΄ 207), περί των αστικών και διοικητικών κυρώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο, μετά από τη λέξη «κυρώσεις», προστίθενται οι λέξεις «- Δικαίωμα αποζημίωσης», β) η παρ. 1 αντικαθίσταται, γ) στην παρ. 2, γα) μετά από τις λέξεις «λόγω φύλου», προστίθενται οι λέξεις «και της αρχής της ισότητας της αμοιβής, καθώς και η παραβίαση των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη μισθολογική διαφάνεια», γβ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, δ) προστίθεται παρ. 3, και το άρθρο 53, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:

 

«Άρθρο 53

Αστικές και διοικητικές κυρώσεις – Δικαίωμα αποζημίωσης

 

  1. Η παραβίαση της κατά το παρόν Κεφάλαιο απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου και η προσβολή δικαιώματος ή η παράβαση υποχρέωσης που σχετίζεται με την αρχή της ισότητας της αμοιβής και τη μισθολογική διαφάνεια γεννούν, εκτός των άλλων, και αξίωση προς πλήρη αποζημίωση του θύματος, η οποία καλύπτει τη θετική και την αποθετική ζημία, καθώς και την ηθική βλάβη, και αποσκοπεί στην πλήρη αποκατάσταση του θύματος, χωρίς να υπόκειται σε ανώτατο όριο. Εκτός από πλήρης, η αποζημίωση είναι πραγματική, αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη προς τη σοβαρότητα της παράβασης ή της προσβολής και της ζημίας που προκλήθηκε. Για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης κατά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της παραβίασης της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ γυναικών και ανδρών, λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξίωση για αναδρομικά ποσά και σχετικά επιμίσθια ή πληρωμές σε είδος, τόκοι υπερημερίας ανεξαρτήτως χρονικού περιορισμού, η απώλεια εισοδήματος και επαγγελματικών ευκαιριών, καθώς και οι ζημίες που προκλήθηκαν από μισθολογικές διακρίσεις λόγω φύλου που διασταυρώνονται με άλλους προστατευόμενους λόγους διακρίσεων.
  2. Η παραβίαση της κατά το παρόν Κεφάλαιο απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου και της αρχής της ισότητας της αμοιβής, καθώς και η παραβίαση των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη μισθολογική διαφάνεια από πρόσωπο που ενεργεί ως εργοδότης ή από τον ασκούντα το διευθυντικό δικαίωμα ή εκπρόσωπο ή προστηθέντα υπ’ αυτών, κατά τη σύναψη ή άρνηση σύναψης εργασιακής σχέσης ή κατά τη διάρκεια, λειτουργία, εξέλιξη ή λύση αυτής, συνιστούν παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας και κατά την έννοια του άρθρου 572, για την οποία επιβάλλονται οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με τα κριτήρια της παρ. 2 αυτού. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται λαμβάνουν υπόψη κάθε σχετικό επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα σχετικά με τις περιστάσεις της παράβασης, ιδίως όταν αυτές αφορούν διατομεακές διακρίσεις.
  3. Σε ό,τι αφορά ειδικώς στις αξιώσεις από παράβαση της υποχρέωσης για ίση αμοιβή, η παραγραφή του άρθρου 251 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164), δεν αρχίζει προτού ο θιγόμενος λάβει γνώση της παράβασης ή προτού να μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα λάβει γνώση αυτής. Ο θιγόμενος τεκμαίρεται μαχητά ότι έλαβε γνώση της παράβασης με τη λήψη μισθολογικών στοιχείων σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 56Α ή με τη με οποιοδήποτε τρόπο λήξη της εργασιακής του σχέσης.».
  • 17 Ιουνίου 2026, 19:34 | ΜΑΡΙΑ

    Ο ορισμός της αποζημίωσης ως αποτρεπτική παραπέμπει σε αποζημιώσεις μεγαλύτερες (κατά πόσο άραγε; Ποιος το ορίζει;) από την όποια πραγματική επιβεβαιωμένη υλική βλάβη.

  • 17 Ιουνίου 2026, 12:10 | Κρεμαλής Δικηγορική Εταιρεία

    Εισάγεται μαχητό τεκμήριο γνώσης του εργαζόμενου. Πως προκύπτει ότι ο εργαζόμενος έλαβε γνώση της παράβασης κατά τη «με οποιοδήποτε τρόπο λήξη της εργασιακής του σχέσης»; Χρειάζεται αποσαφήνιση. Η οδηγία στο άρθρο 21 ορίζει ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν ότι οι προθεσμίες παραγραφής δεν αρχίζουν να υπολογίζονται όσο συνεχίζεται η παράβαση ή πριν από τη λήξη της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας. Δεν φαίνεται να εναρμονίζεται η προτεινόμενη ρύθμιση με αυτή τη δυνατότητα.

  • 16 Ιουνίου 2026, 23:31 | Π. Μπουμπουχερόπουλος

    Η παραπομπή της προτεινόμενης παρ. 3 του άρθρου 53 ΚΕργΔ στο άρθρο 251 ΑΚ σε συνδυασμό με την αναφορά σε «αποζημιωτικές» αξιώσεις στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου [ακόμη κι αν για «τον προσδιορισμό» του ύψους της «αποζημίωσης» θα ληφθεί υπόψη «ιδίως η αξίωση για αναδρομικά ποσά και σχετικά επιμίσθια»] φαίνεται να προσδίδει αποζημιωτική πλέον φύση στην σημερινή αξίωση για μισθολογική εξομοίωση κατ’ εφαρμογή του εδ. β παρ. 1 άρθρου 22 Σ [επέκταση αποδοχών και σε εκείνους που υφίστανται τη διάκριση], κάτι που αν επαληθευθεί θα αποτελέσει, για μια σειρά από λόγους, υποβάθμιση της προστασίας των προσώπων που υφίστανται διάκριση στην αμοιβή λόγω φύλου. Η εντύπωση αυτή επιτείνεται με την αναγκαία προσθήκη της προϋπόθεσης της γνώσης της παραβίασης [και συνεπώς και της ζημίας], προϋπόθεση που προσομοιάζει στο άρθρο 937 ΑΚ. Έτσι, οι σημερινές αξιώσεις για μισθολογική εξομοίωση φαίνεται να μεταβάλλονται σε αξιώσεις αποζημιωτικού χαρακτήρα [ασαφές αν πρωτογενούς ή δευτερογενούς φύσης] και πάντως υποκείμενες όχι στην παραγραφή των άρθρων 250 και 253 ΑΚ, αλλά είτε του 249 ΑΚ είτε του 937 ΑΚ. Στο μέτρο που δεν φαίνεται να είναι στις προθέσεις του νομοθέτη να καταργήσει την αξίωση για μισθολογική εξομοίωση [ο νομοθέτης φαίνεται να θεωρεί εφαρμοστέο και το 250 ΑΚ, όπως φαίνεται να θεωρεί την παραγραφή πενταετή], και δεδομένου ότι, σε αντίθεση με τον ίδιο όρο στην Οδηγία, η χρησιμοποίηση από τον εθνικό νομοθέτη του όρου «αποζημίωση» παραπέμπει σε αξιώσεις συγκεκριμένης νομικής φύσης, θα ήταν ίσως σκόπιμο α) να καταστεί σαφές ότι η αξίωση «πλήρους αποζημίωσης» της παρ. 1 λειτουργεί επιπρόσθετα και βαίνει πέραν των αυτονόητων αξιώσεων για αναδρομική καταβολή και επέκταση κάθε είδους αποδοχών ή των παροχών, επιμισθίων, πληρωμών σε είδος και τόκων στα πρόσωπα που υφίστανται άμεση ή έμμεση μισθολογική διάκριση λόγω φύλου [μισθολογικής και όχι αποζημιωτικής φύσης αξιώσεις, αφού άλλωστε οφείλονται λόγω παροχής εργασίας ίσης αξίας], και β) στην παρ. 3 να αντικατασταθεί η παραπομπή στο άρθρο 251 ΑΚ από την πρόβλεψη ότι η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο ο θιγόμενος έλαβε γνώση της παράβασης και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Θα ήταν επίσης προτιμητέο να απαλειφθεί η φράση «ή μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα λάβει γνώση αυτής», η οποία αναπαράγεται όπως περιλαμβάνεται στην Οδηγία, αφού ως τέτοια είναι ασαφής και θα προκαλέσει μεγάλες ερμηνευτικές δυσχέρειες, ενώ η πρόβλεψη αυτή της Οδηγίας φαίνεται να ενσωματώνεται ως προς την ουσιαστική της λειτουργία με το επόμενο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, σύμφωνα με την οποία «ο θιγόμενος τεκμαίρεται μαχητά ότι έλαβε γνώση της παράβασης με τη λήψη μισθολογικών στοιχείων σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 56Α» [χωρίς ωστόσο να ισχύει το ίδιο και για την «με οποιοδήποτε τρόπο λήξη της εργασιακής του σχέσης»].