Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι:
α) η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970 για την ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, μέσω της μισθολογικής διαφάνειας και μηχανισμών επιβολής (L 132),
β) η θέσπιση υποχρέωσης ύπαρξης και διάθεσης μισθολογικών δομών που διασφαλίζουν την ίση αμοιβή, βάσει αντικειμενικών, ουδέτερων προς το φύλο κριτηρίων,
γ) η ρύθμιση υποχρεώσεων μισθολογικής διαφάνειας πριν από την έναρξη της απασχόλησης, κατά τη διάρκεια και μετά από τη λήξη της,
δ) η ρύθμιση του δικαιώματος πρόσβασης των εργαζομένων στις πληροφορίες αυτές,
ε) η θέσπιση υποχρέωσης υποβολής στοιχείων σχετικά με το μισθολογικό χάσμα των φύλων,
στ) η κοινή αξιολόγηση αμοιβών με τους εκπροσώπους των εργαζομένων,
ζ) η ενίσχυση του σταθερού θεσμικού κοινωνικού διαλόγου σχετικά με την αρχή της ισότητας της αμοιβής,
η) η διασφάλιση, για τους θιγόμενους, πρόσβασης σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα και διαδικασίες επανόρθωσης,
θ) ο ορισμός του Συνηγόρου του Πολίτη ως φορέα ισότητας και παρακολούθησης της αρχής της ισότητας της αμοιβής και
ι) η ενίσχυση του Συνηγόρου του Πολίτη και της Επιθεώρησης Εργασίας για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής.




επί του Ν/Σ Εργασίας για την Μισθολογική Ισότητα
Από Φωτεινή Σιάνου, Ζωή Γεωργίου, Αιμιλια Λυμπεράκη. Σίσση Βωβού, Ιλεάνα Σακκά και Καίτη Κυλάκου
Κατ’ αρχήν να τονίσουμε ότι οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις που εντάσσουν την ευρωπαϊκή οδηγία 2023/970 αφορούν μόλις το 5% των επιχειρήσεων, οι οποίες απασχολούν λιγότερο από το 15% των εργαζομένων της χώρας. Σύμφωνα με την Υπουργό Εργασίας, το μέσο μισθολογικό χάσμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε στο 11,1%, γεγονός που σημαίνει ότι οι μέσες ωριαίες αποδοχές των γυναικών ήταν χαμηλότερες κατά 11,1% από τις αντίστοιχες των ανδρών, ενώ στην Ελλάδα, αυτό καταγράφεται στο 13,4%. Με μια απλή αναζήτηση στα στοιχεία της Eurostat, σε συνδυασμό με το ελληνικό επιχειρείν, αποδεικνύεται ότι το μέτρο αποτελεί κλασική περίπτωση “θεσμικής βιτρίνας”. Η πραγματική παθογένεια της ελληνικής αγοράς δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στο επίπεδο των αμοιβών των ήδη εργαζομένων (και δη αυτών των μεγάλων επιχειρήσεων που απασχολούν λιγότερο από το 15% των μισθωτών της χώρας), αλλά στο χαμηλό ποσοστό συμμετοχής. Μια γυναίκα που βρίσκεται αποκλεισμένη, εκτός αγοράς εργασίας, δεν πρόκειται να ωφεληθεί στο ελάχιστο από τις διατάξεις που με περισσή θεατρικότητα προβάλλει το κυβερνητικό αφήγημα περί μισθολογικής διαφάνειας.
Η πραγματικότητα Ο μ.ο. της Ε.E. διαμορφώνεται σταθερά κάτω από το 10%. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Ελλάδα, παρά τις βαρύγδουπες διακηρύξεις, εξακολουθεί να εμφανίζει έμφυλο χάσμα απασχόλησης σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μ.ο., καταλαμβάνοντας μόνιμα μία από τις δύο χειρότερες θέσεις σε ολόκληρη την Ε.E. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό της εγχώριας καθήλωσης είναι το συνολικό ποσοστό απασχόλησης των γυναικών. Το 2025 η γυναικεία απασχόληση στην Ελλάδα μόλις που αγγίζει το 62%. Την ίδια στιγμή στις χώρες της βόρειας Ευρώπης το αντίστοιχο ποσοστό υπερβαίνει το 75%, ενώ σε ορισμένες οικονομίες προσεγγίζει το εντυπωσιακό 80%. H ρύθμιση είναι για λίγους Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, πάνω από το 95% των ελληνικών επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις, με την συντριπτική πλειονότητα από αυτές ν’ απασχολεί λιγότερους από δέκα εργαζόμενους. Και η σύνθεση της γυναικείας απασχόλησης δείχνει σαφή συγκέντρωση στο λιανεμπόριο, στον τουρισμό, στην εστίαση, στις προσωπικές υπηρεσίες, καθώς και στους κλάδους της εκπαίδευσης και της υγείας.
Το κράτος επιλέγει εσκεμμένα να παρέμβει εντατικά και με ελεγκτικούς μηχανισμούς σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο, προνομιακό τμήμα της οικονομίας. Πρόκειται για παταγώδη οικονομική και θεσμική αστοχία. Παρά την εισροή δισεκατομμυρίων ευρώ (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ), η παραγωγικότητα της εργασίας στη χώρα μας παραμένει καθηλωμένη σε απογοητευτικά επίπεδα, πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι ουραγός, όσον αφορά το συνολικό ποσοστό απασχόλησης, με το πρόβλημα να οξύνεται δραματικά στον γυναικείο πληθυσμό. Εν κατακλείδι, Το Ν/Σ αποτελεί μια τυπική, υποχρεωτική θεσμική προσαρμογή στις οδηγίες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, αφήνοντας εκτός κάδρου το 95% του ελληνικού επιχειρείν! Η ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη θα έρθει μόνο όταν η ελληνική οικονομία αποκτήσει ένα σοβαρό παραγωγικό μοντέλο που θα επιτρέπει σε εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες να συμμετέχουν ισότιμα στην αγορά εργασίας και να παράγουν πλούτο για τη χώρα που εξακολουθεί ν’ αναζητά το αναπτυξιακό της μοντέλο. Συμμετοχή γυναικών ανά παραγωγικό κλάδο
Εκπαίδευση – Ποσοστό 71,3% – Μικρές – μεσαίες Υγεία 65%-70% Μικρές – μεσαίες Τουρισμός 50%-55% Κυρίως μικρές Λιανεμπόριο 50,0% Κυρίως πολύ μικρές Υπηρεσίες 45%-50% Πολύ μικρές Γεωργία 38,1% Πολύ μικρές Δημόσια διοίκηση 37,8% Δημόσιος τομέας Ενέργεια 24,5% Μεγάλες Μεταφορές 8,7% Μεσαίες – μεγάλες Κατασκευές 2,9%-9,5% Μικρές – μεσαίες
Από Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ
Ο νόμος, με το πρόσχημα της «διαφάνειας», εισβάλλει με πρωτόγνωρη σκληρότητα στις εργασιακές σχέσεις, υπονομεύοντας τη λειτουργία των επιχειρήσεων στο σύνολό τους. Αντί το κράτος να νοιαστεί για τη δημιουργία δομών υποστήριξης της οικογένειας και της μητρότητας – εκεί δηλαδή όπου εντοπίζεται το πραγματικό πρόβλημα – ενοχοποιεί την επιχειρηματικότητα, επιβάλλοντας γραφειοκρατικά βάρη και μοιράζοντας ποινές. Η αγορά εργασίας δεν χρειάζεται περισσότερους ελεγκτές. Χρειάζεται ελευθερία, ευελιξία και κατανόηση των οικονομικών δεδομένων. Αν συνεχιστεί αυτή η ρυθμιστική υστερία, το μόνο που θα καταφέρει η Ε.Ε. είναι να απαξιώσει τις επιχειρήσεις, να τις κάνει μη ανταγωνιστικές σε παγκόσμιο επίπεδο, μετατρέποντας την ήπειρό μας σε μουσείο δυσλειτουργικότητας, κουφάρι της περήφανης κάποτε παραγωγικής της μηχανής, πριν την επέλαση αυτού του σοβιετικής αντίληψης κρατισμού.