Άρθρο 1
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών, η μείωση του κόστους ζωής, η αύξηση του αριθμού των διαθέσιμων κατοικιών, η ενίσχυση της οικογένειας και η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους.
Άρθρο 2
Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η αύξηση των εισοδηματικών ορίων για την επιστροφή ενοικίου, οι ρυθμίσεις για την ενίσχυση του αποθέματος προσιτής κατοικίας, η θέσπιση του προγράμματος «Κατασκευάζω-Νοικιάζω», η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του εξωδικαστικού μηχανισμού, η δυνατότητα άρσης της κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού, η θέσπιση δυνατότητας ρύθμισης έως εβδομήντα δύο (72) δόσεων για οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση, τον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) και τους λοιπούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης και η λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.





Άρθρο 1
Ως Σωματείο Επιστημονικού Προσωπικού της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (εφεξής ΑΠΔΠΧ) θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι εκ του ΓΚΠΔ (βλ. άρθρ. 55 παρ. 4, ομοίως βλ. και άρθρ. 42 παρ. 4 της Οδηγίας 2016/680) είναι απαραίτητο να έχει η ΑΠΔΠΧ επαρκείς πόρους και προσωπικό για την εκτέλεση της αποστολής της. Το γεγονός ότι, όπως έχει ήδη επισημανθεί από τους Προέδρους της Αρχής επί σειρά ετών, η ΑΠΔΠΧ είναι σοβαρά υποστελεχωμένη, χωρίς οικονομικά κίνητρα για την διατήρηση και προσέλκυση νέου επιστημονικού προσωπικού σε συνδυασμό με το ότι της ανατίθενται ολοένα και περισσότερες και μάλιστα απαιτητικές/πολύπλοκες αρμοδιότητες από σειρά ρυθμίσεων της ΕΕ (Digital Service Act – DSA, Digital Governance Act – DGA, Data Act, AI ACT, κ.λπ.), διεμβολίζει την αποτελεσματικότητά της, και για τους λόγους αυτούς είναι επιτακτική ανάγκη η άμεση λήψη οικονομικών μέτρων που προτείνουμε, ιδίως με πρόβλεψη ειδικού μισθολογίου του Επιστημονικού Προσωπικού της Αρχής (σημειώνεται ότι αντίστοιχες ρυθμίσεις έχουν ήδη θεσπιστεί σε άλλες περιπτώσεις για προσωπικό με αυξημένα προσόντα και αντίστοιχα ελεγκτικά καθήκοντα, όπως ΕΕΠ προσωπικό του Σώματος Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, ειδικό μισθολόγιο Α.Α.Δ.Ε., μισθολόγιο ελεγκτών Ε.Α.Δ) ή με χορήγηση ειδικής πρόσθετης αμοιβής, όπως έχει ήδη θεσμοθετηθεί για τους ΕΕΠ της Επιτροπής Ανταγωνισμού και τους ΕΕΠ της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου), καθώς και με χορήγηση προσωπικής διαφοράς στους νέους ειδικούς επιστήμονες που θα προσληφθούν, χωρίς πλαφόν, για λόγους ισότητας με τους παλιούς, και μάλιστα και σε αποσπασμένους στην Αρχή και για όσο χρονικό διάστημα εργαστούν στην Αρχή (δεδομένου ότι χωρίς αντίστοιχες οικονομικές απολαβές κανείς δεν αποδέχεται να έρθει για παροχή εξειδικευμένης εργασίας με υψηλό φόρτο εργασίας). Η αποτελεσματική άσκηση των ολοένα αυξανόμενων αρμοδιοτήτων και η εκπλήρωση της αποστολής της Αρχής προϋποθέτει τη διατήρηση και προσέλκυση προσωπικού υψηλής επιστημονικής κατάρτισης, γεγονός που θέτει την Αρχή ευθέως, ως εργοδότη, σε θέση ανταγωνισμού με τον ιδιωτικό τομέα και άλλους φορείς του Δημοσίου που διαθέτουν ευνοϊκότερο μισθολογικό καθεστώς.
Σημειώνουμε ότι η ανάγκη για ειδική μισθολογική μεταχείριση του ΕΕΠ προκύπτει και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 31) και θα μπορούσε να προβλεφθεί ενιαία ιδίως για τις συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές. Μάλιστα αυτό έχει ήδη επισημανθεί από το 2015 από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής (βλ. την από 14.12.2015 γνωμοδότησή της περί αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων του νόμου 4354/2015 σε σχέση με τις αμοιβές του ΕΕΠ των Ανεξάρτητων Αρχών και σχετική νομολογία ΣτΕ Ολομ. 3404-6/2014).
Περαιτέρω, πρέπει να τονισθεί ότι η μη θεσμοθέτηση των παραπάνω συνιστά παράβαση δικαίου της Ε.Ε. λόγω του άρθρου 55 παρ. 4 του ΓΚΠΔ και του άρθρου 42 παρ. 4 της Οδηγίας 2016/680 (δεδομένης της, λόγω της απουσίας κινήτρων προσέλκυσης και παραμονής, ήδη διαπιστωθείσας δυσκολίας έως και αδυναμίας στελέχωσης της Αρχής με εξειδικευμένους στο αντικείμενο ειδικούς επιστήμονες και των συνεχών αποχωρήσεων εξειδικευμένων/έμπειρων στελεχών της Αρχής) στο μέτρο που προκαλεί έντονες δυσχέρειες στην παραγωγή του απαιτητικού έργου της και στην εκτέλεση των σύνθετων και πολύπλοκων αρμοδιοτήτων που της ανατέθηκαν με τον ΓΚΠΔ την Οδηγία 2016/680 και που συνεχώς της ανατίθενται και με άλλες διατάξεις.
Συνεπώς, απαιτείται στο παρόν σχέδιο νόμου να προβλεφθεί ειδική μισθολογική μεταχείριση για το ΕΕΠ της Αρχής Προστασίας Δεδομένων ή και των λοιπών Συνταγματικά κατοχυρωμένων Ανεξάρτητων Αρχών, όμως με την ψήφιση ρύθμισης που θα επαναφέρει το άδικα καταργηθέν το 2015 ειδικό μισθολόγιο των ΕΕΠ των Α.Α. ή θα προβλέπει ειδικές μισθολογικές απολαβές αντίστοιχες με των προαναφερθέντων λοιπών φορέων.
Με εκτίμηση
Το Δ.Σ. του Σωματείου Επιστημονικού Προσωπικού της Α.Δ. Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα
Επιθυμούμε να θέσουμε υπόψη σας τη μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα στο υψηλού επιπέδου έργο που παράγει το προσωπικό των Ανεξάρτητων Αρχών και στο πολύ χαμηλό ύψος των μισθολογικών απολαβών του. Το προσωπικό των Αρχών διακρίνεται για τον υψηλό επαγγελματισμό, τα αυξημένα προσόντα και τη μεγάλη αποτελεσματικότητά του. Ωστόσο, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι σήμερα στις Αρχές έχουμε ένα πλαίσιο ανεπίκαιρων αμοιβών που δεν ικανοποιούν κανέναν, ούτε τους νέους (που λαμβάνουν απολαβές που δεν επαρκούν για την κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης) ούτε τους παλαιούς εργαζόμενους (που πολλοί από αυτούς μένουν καθηλωμένοι για χρόνια στις ίδιες απολαβές) και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο.
Η αναντιστοιχία έργου και αμοιβών επηρεάζει ήδη αρνητικά τη λειτουργία των Αρχών και οι παρατηρούμενες δυσλειτουργίες βαίνουν συνεχώς επιδεινούμενες. Για παράδειγμα, η συνεχώς αυξανόμενη ροή εξόδου εργαζόμενων από τις Αρχές καθώς βρίσκουν πολύ καλύτερες μισθολογικές απολαβές εκτός των Αρχών και η δυστοκία στην πρόσληψη νέων εργαζομένων καθώς είναι διαδοχικές οι αρνήσεις πρόσληψης επιτυχόντων σε διαγωνισμούς, μόλις πληροφορούνται τον μισθό που θα λαμβάνουν όταν προσληφθούν, οδηγούν σε σημαντική έλλειψη προσωπικού στις Αρχές με τη συνεπακόλουθη καθυστέρηση στην άσκηση του έργου τους.
Παράλληλα, παρατηρούμε την ανάθεση συνεχώς νέων αρμοδιοτήτων στις Αρχές και στο προσωπικό τους, χωρίς μάλιστα να χορηγείται καμία ειδική πρόσθετη αμοιβή για τα νέα ανατιθέμενα καθήκοντα (βλ. π.χ. στο παρόν νομοσχέδιο την ανάθεση νέων καθηκόντων στο άρθρο 68 χωρίς καμία πρόβλεψη για ειδική πρόσθετη αμοιβή) παρόλο που το συνολικό κόστος χορήγησης είναι από μόνο του ιδιαίτερα μικρό, ιδίως συγκρινόμενο με το παραγόμενο έργο και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν επιβαρύνει καν τον κρατικό προϋπολογισμό.
Επίσης, παρατηρούμε ότι, παρόλο που έχουν παρέλθει 10 έτη από το πάγωμα της μισθολογικής εξέλιξης της διετίας 2016-2017, δεν έχει ακόμα αποδοθεί η μισθολογική αυτή εξέλιξη στους υπαλλήλους παρόλο που έχουν προ πολλού εκλείψει οι λόγοι του παγώματος.
Η συνολική λύση στα ανωτέρω συνεχώς διογκούμενα προβλήματα είναι η εισαγωγή ενός νέου ελκυστικού Μισθολογίου του προσωπικού των Ανεξάρτητων Αρχών, το οποίο θα περιλαμβάνει τουλάχιστον τη χορήγηση Ειδικής Πρόσθετης Αμοιβής (ΕΠΑ) σε όλες τις κατηγορίες προσωπικού των Αρχών.
Θέμα: Πρόταση αναπροσαρμογής του ακατάσχετου ορίου καταθέσεων στα 2.000 ευρώ
Με την παρούσα παρέμβαση στο Άρθρο 2 (Αντικείμενο του νομοσχεδίου), χαιρετίζω την πρόθεση της κυβέρνησης για τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Ωστόσο, κρίνεται αναγκαίο το προστατευόμενο ακατάσχετο όριο των τραπεζικών καταθέσεων να διαμορφωθεί τελικά στα 2.000 ευρώ αντί των 1.600 ευρώ, για τους εξής βασικούς λόγους:Αντιμετώπιση του πληθωρισμού και του κόστους διαβίωσης: Το υφιστάμενο όριο των 1.250 ευρώ θεσπίστηκε πριν από πολλά έτη. Η σωρευτική αύξηση του κόστους ενέργειας, των ενοικίων και των βασικών αγαθών διαβίωσης (ακρίβεια) καθιστά το ποσό των 1.600 ευρώ οριακό για την κάλυψη των μηνιαίων αναγκών μιας σύγχρονης οικογένειας. Τα 2.000 ευρώ αποτυπώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το πραγματικό ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης σήμερα.Στήριξη της πραγματικής οικονομίας και της ρευστότητας: Η διατήρηση υψηλότερου ελεύθερου ποσού στους λογαριασμούς των οφειλετών δεν στερεί έσοδα από το Δημόσιο. Αντίθετα, διασφαλίζει ότι τα χρήματα αυτά θα διοχετευθούν άμεσα στην αγορά για την πληρωμή τρεχουσών υποχρεώσεων (λογαριασμοί, ΔΕΚΟ, τρόφιμα), τονώνοντας την κατανάλωση και την οικονομική δραστηριότητα.Κίνητρο για τη χρήση του τραπεζικού συστήματος: Ένα δικαιότερο ακατάσχετο όριο στα 2.000 ευρώ θα περιορίσει το φαινόμενο της «αποταμίευσης κάτω από το στρώμα» και της χρήσης μόνο μετρητών από φόβο κατασχέσεων. Με τον τρόπο αυτό, ενθαρρύνεται η διαφάνεια των συναλλαγών και η χρήση των ηλεκτρονικών πληρωμών, συμβάλλοντας έμμεσα και στην πάταξη της φοροδιαφυγής.Κατόπιν των ανωτέρω, εισηγούμαι την τελική νομοθετική διατύπωση της σχετικής διάταξης με ορισμό του ακατάσχετου ορίου στο ύψος των 2.000 ευρώ.
Αθήνα, 13 Ιουνίου 2026
Αριθ. πρωτ.: 605/13/103
Προς: 1) Τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
κ. Κυριάκο ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗ
2) Τον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
κ. Αθανάσιο ΠΕΤΡΑΛΙΑ
Κοιν.: Υπουργό Προστασίας του Πολίτη
κ. Μιχαήλ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ
Θέμα: Συμμετοχή της Π.Ο.ΑΣ.Υ. στη δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Mέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, ….και άλλες διατάξεις»
Αξιότιμοι Κύριοι,
Η Ομοσπονδία μας, σε συνέχεια των πρωτοβουλιών για την ικανοποίηση των αιτημάτων του αστυνομικού προσωπικού συμμετέχει στη διαβούλευση του παρόντος σχεδίου νόμου με τις κάτωθι παρατηρήσεις, προτάσεις και προσθήκες άρθρων – τροπολογιών:
ΜΕΡΟΣ Α΄ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Άρθρο 4 «Επιδότηση με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς και νοσηλευτές που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια – Προσθήκη άρθρου 70Α στον ν. 5217/2025».
Στο άρθρο 4 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου προβλέπεται η χορήγηση επιδότησης με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς και νοσηλευτές που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια.
Προτείνεται η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης ώστε να συμπεριληφθούν και οι αστυνομικοί που υπηρετούν σε νησιωτικές, παραμεθόριες και λοιπές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας.
Οι αστυνομικοί αποτελούν βασικό πυλώνα του κράτους και παρέχουν κρίσιμες υπηρεσίες προστασίας της ζωής, της περιουσίας και της ασφάλειας των πολιτών, σε καθεστώς συνεχούς επιχειρησιακής ετοιμότητας. Όπως συμβαίνει με τους εκπαιδευτικούς, τους ιατρούς και τους νοσηλευτές, μεγάλος αριθμός αστυνομικών μετακινείται υποχρεωτικά μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας του προκειμένου να καλύψει υπηρεσιακές ανάγκες.
Ιδιαίτερα στις νησιωτικές, τουριστικές και παραμεθόριες περιοχές, το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα πολλοί αστυνομικοί να επιβαρύνονται δυσανάλογα σε σχέση με το εισόδημά τους. Η δυσχέρεια εξεύρεσης προσιτής κατοικίας επηρεάζει τόσο την ποιότητα ζωής των ίδιων και των οικογενειών τους όσο και τη δυνατότητα αποτελεσματικής στελέχωσης των τοπικών υπηρεσιών.
Η ίση μεταχείριση των εργαζομένων που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την επέκταση της συγκεκριμένης ενίσχυσης και στο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο καλείται να ανταποκρίνεται σε αυξημένες υπηρεσιακές απαιτήσεις υπό αντίστοιχες στεγαστικές συνθήκες.
Προτεινόμενη τροποποίηση:
«Επιδότηση με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο (2) ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς, νοσηλευτές και αστυνομικούς που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια.»
Η προσθήκη των αστυνομικών στους δικαιούχους της διάταξης αποκαθιστά μια ουσιαστική ανισότητα και αναγνωρίζει έμπρακτα την προσφορά τους στην κοινωνία και την πολιτεία.
ΜΕΡΟΣ Β΄ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Άρθρο 32 «Συντάξιμος μισθός παθόντων στρατιωτικών – Αντικατάσταση άρθρου 34Α π.δ. 169/2007»
Άρθρο 34 «Υπολογισμός σύνταξης θυμάτων τρομοκρατικών ενεργειών»
Άρθρο 35 «Επίδομα αναπηρίας»
ΜΕΡΟΣ Β΄ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Άρθρο 45 «Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Β΄»
ΜΕΡΟΣ Ζ΄
Άρθρο 114 «Έναρξη ισχύος»
Με τις προτεινόμενες διατάξεις (Άρθρα 32 και 34) υποβαθμίζεται η προστασία των ήδη συνταξιοδοτηθέντων παθόντων από τρομοκρατικές ενέργειες, βίαια εγκλήματα ή επικίνδυνες υπηρεσίες. Η εισαγωγή του νέου και αναδρομικού (Άρθρο 114 από 1/1/2017) τρόπου υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών για την περίοδο 2017-2025, με βάση το εισαγωγικό κλιμάκιο του καταληκτικού βαθμού, απειλεί με μειώσεις τις συντάξεις που είχαν κανονιστεί με τους νόμους 1897/1990 και 1977/1991.
Επειδή πρόκειται για μια ολιγομελή ομάδα πολιτών που υπέστησαν πλήγμα κατά την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο, η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί το εισόδημά τους. Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ρητά ότι καμία ήδη κανονισθείσα σύνταξη δεν θα μειωθεί, και αν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά, αυτή θα αντιμετωπιστεί με τη θέσπιση προσωπικής διαφοράς.
Επίσης, με το άρθρο 32 εισάγεται ένας άδικος περιορισμός, καθώς η ευνοϊκή σύνταξη με βάση τον καταληκτικό βαθμό αποκλείεται εάν ο παθών, εξαιτίας του τραυματισμού του, είχε μεταταχθεί σε ειδική κατάσταση (όπως διαθεσιμότητα, αποστρατεία ή υπηρεσία γραφείου). Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί σοβαρή αδικία στις περιπτώσεις όπου ο θάνατος επέρχεται ως άμεση συνέπεια του τραυματισμού, και όπου η υπαγωγή στην ειδική κατάσταση οφειλόταν αποκλειστικά στην αρχική βλάβη. Στην πράξη, η μεσολάβηση μιας υπηρεσιακής μεταβολής -ακόμη και αν ο θάνατος επέλθει λίγο μετά από αυτήν- στερεί αναίτια από την οικογένεια του θύματος την αυξημένη συνταξιοδοτική προστασία που δικαιούται.
Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύσει τις οικογένειες όσων έχασαν τη ζωή τους από βίαια συμβάντα ή τρομοκρατικές πράξεις.
Για τον λόγο αυτό, είναι ηθικά και νομικά επιβεβλημένο να προβλεφθεί ειδική εξαίρεση όταν αποδεικνύεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του τραυματισμού και του μεταγενέστερου θανάτου.
Ειδικά δε για τις τρομοκρατικές πράξεις (Άρθρο 34), είναι απαραίτητο να διατηρηθεί αλώβητο το υφιστάμενο καθεστώς του ν. 1897/1990, βάσει του οποίου η μεσολάβηση οποιασδήποτε ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης δεν αποτελεί κώλυμα για την απονομή της σύνταξης.
Με το άρθρο 35 εισάγεται μια οπισθοδρομική ανατροπή που πλήττει τον πυρήνα της κοινωνικής προστασίας των αναπήρων στελεχών. Η αναδρομική σύνδεση (2023-2025) του επιδόματος αναπηρίας με τον εισαγωγικό μισθό του βαθμού που έφερε ο δικαιούχος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ακυρώνει τη διαχρονική λογική του θεσμού.
Μέχρι σήμερα, το επίδομα ορθώς ακολουθούσε τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη του παθόντος. Η νέα ρύθμιση επιφέρει άδικες μειώσεις, τιμωρώντας τόσο τους αποστρατευθέντες όσο και τα στελέχη που παρέμειναν στην ενεργό υπηρεσία για έτη μετά το πάθημα, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους και εξελισσόμενοι με εντελώς διαφορετικά δεδομένα από εκείνα του χρόνου του τραυματισμού τους. Παράλληλα, η διάταξη παραβιάζει την πάγια συνταξιοδοτική αρχή του Δημοσίου, βάσει της οποίας ο υπάλληλος αντιμετωπίζεται με τα μισθολογικά δεδομένα της εξόδου του από την Υπηρεσία.
Ταυτόχρονα, εισάγει μια αδικαιολόγητη και άνιση διάκριση: ενώ για τους πολιτικούς υπαλλήλους το επίδομα υπολογίζεται επί του βασικού μισθού της εξόδου τους, για τους στρατιωτικούς υπαλλήλους καθηλώνεται στον εισαγωγικό μισθό του χρόνου του παθήματος!!!
Η δε πρόβλεψη για το μετά την 1/10/2025 διάστημα, η οποία μεταφέρει τον καθορισμό του επιδόματος σε μελλοντική Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) με αναδρομική μάλιστα ισχύ (Άρθρο 45), εγείρει σοβαρότατα ζήτημα συνταγματικότητας (άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος), όπως τεκμηριωμένα επισημαίνει και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Το επίδομα ανικανότητας των στρατιωτικών δεν αποτελεί ένα απλό, προαιρετικό «βοήθημα», αλλά δομικό στοιχείο της συνταξιοδοτικής τους προστασίας. Το Σύνταγμα απαγορεύει τη χορήγηση «λευκής επιταγής» στην εκτελεστική εξουσία για να καθορίζει κατά το δοκούν το ύψος τέτοιων παροχών!!
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η θέσπιση ενός δίκαιου και ενιαίου τρόπου υπολογισμού:
α) για τους συνταξιοδοτούμενους (υπαλλήλους, λειτουργούς και στρατιωτικούς), το επίδομα να υπολογίζεται με βάση τον εκάστοτε βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου εξόδου τους από την υπηρεσία και
β) για τα εν ενεργεία στελέχη (επίδομα μερικής ανικανότητας λόγω τρομοκρατίας ή βίαιου συμβάντος), να συνδέεται με τον εκάστοτε καταβαλλόμενο βασικό μισθό, διατηρώντας το δίκαιο καθεστώς των ν.3234/2004 και ν.3513/2006.
Τροπολογία για την εξαίρεση της περικοπής (κατά 70%) της σύνταξης της χήρας από μεταβιβαζόμενο δικαίωμα παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής όταν εργάζεται στο δημόσιο ή λαμβάνει σύνταξη από αυτό, εφόσον υπάρχουν συνδικαιούχα τέκνα.
Η παρούσα πρόταση βασίζεται στην ανάγκη αποκατάστασης μιας προφανούς κοινωνικής και θεσμικής αδικίας εις βάρος των οικογενειών αστυνομικών που χάνουν τη ζωή τους ένεκα υπηρεσίας.
Ο αστυνομικός λειτουργός δεν είναι ένας κοινός εργαζόμενος. Καθημερινά εκτίθεται σε αυξημένο κίνδυνο για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, της κοινωνικής ειρήνης και της ανθρώπινης ζωής.
Όταν η Πολιτεία αναγνωρίζει επισήμως ότι ο θάνατος επήλθε «ένεκα υπηρεσίας», και εξαιτίας αυτής οφείλει να διασφαλίζει ότι η οικογένεια του πεσόντος δεν θα αντιμετωπίσει οικονομική υποβάθμιση ως συνέπεια της θυσίας του.
Η εφαρμογή μειώσεων στη σύνταξη χηρείας, ιδίως λόγω εργασίας του επιζώντος συζύγου στο Δημόσιο, οδηγεί σε παράλογα και κοινωνικά άδικα αποτελέσματα:
Οικογένειες με ανήλικα παιδιά χάνουν σημαντικό μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Χήρες και τέκνα πεσόντων αστυνομικών οδηγούνται σε οικονομική ανασφάλεια.
Η Πολιτεία εμφανίζεται να τιμά συμβολικά τον πεσόντα, αλλά να αποσύρει ουσιαστικά την οικονομική προστασία από τους οικείους του.
Η πρακτική αυτή αντίκειται:
-στην αρχή της ισότητας,
-στην αρχή της αναλογικότητας,
-στην ειδική υποχρέωση προστασίας της οικογένειας,
-αλλά και στην αυξημένη θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι σε όσους θυσιάζονται κατά την εκτέλεση του καθήκοντος.
Η Ελληνική Αστυνομία δεν μπορεί να ζητά από τους ανθρώπους της να δίνουν ακόμη και τη ζωή τους για την κοινωνία, χωρίς η Πολιτεία να εγγυάται ότι οι οικογένειές τους θα ζουν με αξιοπρέπεια. Η προστασία των οικογενειών των πεσόντων αστυνομικών δεν αποτελεί παροχή. Αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας. Η κοινωνία απαιτεί από τους αστυνομικούς αυταπάρνηση, αυξημένο κίνδυνο και προσφορά μέχρι και της ίδιας τους της ζωής.
Η Πολιτεία οφείλει, τουλάχιστον, να διασφαλίζει ότι οι οικογένειές τους δεν θα πληρώνουν οικονομικά το τίμημα αυτής της θυσίας.
Για τους παραπάνω λόγους, προτείνεται στο τέλος του Κεφαλαίου Β «ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» του Μέρους Β΄ «ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» να προστεθεί άρθρο 45 με το εξής κείμενο και να γίνει αναρρύθμιση στα υπόλοιπα άρθρα του νομοσχεδίου: «Οι εξαιρέσεις τις παρ. 14 του άρθρου 8 του ν.2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α΄), έχουν εφαρμογή και για τις μεταβιβαζόμενες συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι υφίστανται συνδικαιούχα τέκνα.».
Ακόμα, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 269 του ν.5222/ 2025 – Αποζημίωση και σύνταξη οικείου προσώπου σε περίπτωση βίαιου θανάτου αστυνομικού.
Η Ομοσπονδία μας επανέρχεται σήμερα υποβάλλοντάς σας συγκεκριμένη ρύθμιση προκειμένου να ληφθεί υπόψη και να προβείτε σε μια ορθή και δίκαιη για το αστυνομικό προσωπικό ρύθμιση.
Όπως ισχύει ο ν.5222/ 2025 και εφαρμόζεται, προκαλεί μια άνιση και διαφορετική αντιμετώπιση του θανάτου από βίαιο συμβάν.
-Άλλη σύνταξη αν σκοτωθεί κάποιος αστυνομικός π.χ. από βόμβα που θα εκραγεί σε κάποια αστυνομική υπηρεσία ή σε όχημα και άλλη αν εκραγεί στο σπίτι του.
-Άλλη σύνταξη αν σκοτωθεί με την υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα και άλλη αν σκοτωθεί λόγω δολιοφθοράς π.χ. στα φρένα της ιδιωτικής του μοτοσυκλέτας.
-Άλλη αντιμετώπιση αν δολοφονηθεί ή τραυματιστεί θανάσιμα από μεμονωμένο άτομο ή ομάδα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και άλλη λόγω της ιδιότητάς του ως εν ενεργεία ή εν συντάξει στρατιωτικός.
Δεν γνωρίζει ο νομοθέτης ότι υπάρχουν συνταγματικές διατάξεις για τη φύση και την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας από τις οποίες ερμηνεύεται ότι όλα τα όργανα του κράτους, και ειδικά η αστυνομία, φέρουν διαρκή ευθύνη και είναι σε διαρκή ετοιμότητα για τη διαφύλαξη της συνταγματικής νομιμότητας;
Ή μήπως να αναφερθούμε σε ό,τι προβλέπεται ρητά από νόμους και προεδρικά διατάγματα; Ακόμα και από τον Κώδικα Δεοντολογίας του Αστυνομικού Προσωπικού υπαγορεύεται ότι ο αστυνομικός υπόκειται στις αρχές της διαρκούς ετοιμότητας και της διαρκούς διατεταγμένης υπηρεσίας. Επίσης, το Π.Δ. 120/2008 –Άρθρο 2 περί πειθαρχίας, σε συνδυασμό με την έννοια της «αδράνειας» ή της «μη επέμβασης» και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας παραπέμπει σε υποχρεώσεις του αστυνομικού ακόμα και εκτός υπηρεσίας (επέμβαση σε περιπτώσεις τέλεσης αυτόφωρων εγκλημάτων).
Έχει δηλαδή θεσμοθετηθεί μια αδικία καθόσον ο νομοθέτης αντιμετωπίζει επιλεκτικά τους βίαιους θανάτους.
Για την αποκατάσταση των ανωτέρω και την παροχή ολοκληρωμένης προστασίας στο ένστολο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 269, ως εξής: «17Α. Οι γονείς του άγαμου χωρίς τέκνα υπαλλήλου ή στρατιωτικού, ο οποίος έχει διορισθεί για πρώτη φορά στο Δημόσιο ή έχει καταταγεί ως στρατιωτικός, αντιστοίχως, μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, χωρίς να έχει ασφαλιστεί σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης έως την 31 Δεκεμβρίου 1992, εφόσον αυτός αποβιώσει σε διατεταγμένη υπηρεσία που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο και ένεκα αυτής ή από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής – στρατιωτικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του, ως εν ενεργεία ή εν συντάξει στρατιωτικού, μπορούν, σε περίπτωση που δικαιούνται το εφάπαξ οικονομικό βοήθημα της παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α΄ 57), να επιλέξουν αντί αυτού τη σύνταξη της παρ. 2 του παρόντος».
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Άρθρο 100 «Υπολογισμός ειδικής αποζημίωσης ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 34Α ν. 2682/1999»
Επί του συγκεκριμένου άρθρου, ζητάμε τη συμπερίληψη και των αστυνομικών στο επίδομα που απορρέει από τα τέλη EUROCONTROL. Η προσφορά της Ελληνικής Αστυνομίας στην ασφάλεια, την επιτήρηση και την άμεση αντιμετώπιση περιστατικών στους αερολιμένες της Χώρας, είναι καθοριστική και αναντικατάστατη. Η μη συμπερίληψη του αστυνομικού προσωπικού στο επίδομα αυτό συνιστά σαφή αδικία και άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζομένους στο τομέα αυτό.
Ως εκ τούτου, προτείνεται η συμπλήρωση της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 2, Νόμος 5240/2025 «Διαχείριση των ποσών που αποδίδονται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας (EUROCONTROL) Αντικατάσταση άρθρου 65 και προσθήκη παρ. 7, 8 και 9 στο άρθρο 66 του ν. 4427/2016» ώστε στο εξής να προβλέπει: «Δικαιούχοι φορείς των ποσών από τα τέλη διαδρομής και τερματικής περιοχής που καταβάλλονται από τους χρήστες του εναέριου χώρου και αποδίδονται μέσω EUROCONTROL, είναι οι φορείς που συμμετέχουν στη διαμόρφωση των εθνικών βάσεων κόστους των τελών αεροναυτιλίας, σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Οργανισμού και ανάμεσα σε αυτούς η Πολεμική Αεροπορία, το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και η Ελληνική Αστυνομία, ως αρμόδιοι φορείς παροχής υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης».
Αξιότιμοι Κύριοι,
Σας καλούμε να λάβετε υπόψη σας τις τεκμηριωμένες παρατηρήσεις και προτάσεις της Ομοσπονδίας έτσι ώστε να προωθηθεί στη Βουλή των Ελλήνων προς ψήφιση, ένα δίκαιο νομοθέτημα, αντάξιο των προσδοκιών του αστυνομικού προσωπικού και της μεγάλης και πολυπληθούς αστυνομικής οικογένειας.
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Με αφορμή τη νέα έκτακτη ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία, επιτρέψτε μου να καταθέσω ορισμένες προτάσεις και παρατηρήσεις, καθώς θεωρώ ότι η ρύθμιση, με τη σημερινή της μορφή, ενδέχεται να μην επιτύχει τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή και εισπραξιμότητα.
1. Αριθμός δόσεων
Εκτιμώ ότι οι 72 δόσεις ενδέχεται να μην επαρκούν για σημαντική μερίδα οφειλετών. Είναι γνωστό ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις επιχειρήσεων και επαγγελματιών συσσωρεύτηκαν σταδιακά κατά τη διάρκεια των μνημονιακών ετών, της πανδημίας COVID-19 και της επακόλουθης ενεργειακής κρίσης.
Για τον λόγο αυτό, θεωρώ ότι μια ρύθμιση με τουλάχιστον 96 δόσεις θα ήταν περισσότερο ρεαλιστική και θα διευκόλυνε σημαντικά την ένταξη περισσότερων οφειλετών, αυξάνοντας παράλληλα την εισπραξιμότητα των δημοσίων εσόδων.
2. Χρονικό πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης
Εφόσον η νέα ρύθμιση αφορά οφειλές που δημιουργήθηκαν έως συγκεκριμένη ημερομηνία, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα σύνθετο και δυσλειτουργικό πλαίσιο παράλληλων υποχρεώσεων μεταξύ ρυθμισμένων και νέων οφειλών.
Προτείνω να εξεταστεί το ενδεχόμενο η ρύθμιση να καλύπτει οφειλές που έχουν δημιουργηθεί έως και την ημερομηνία υπαγωγής κάθε ενδιαφερόμενου. Με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί η δημιουργία μιας «Βαβέλ» ρυθμίσεων και τρεχουσών φορολογικών ή ασφαλιστικών υποχρεώσεων, η οποία συχνά οδηγεί σε απώλεια των ρυθμίσεων και σε αναβίωση προσαυξήσεων και επιβαρύνσεων.
3. Δυνατότητα μετάβασης από υφιστάμενες ρυθμίσεις
Θεωρώ επίσης αναγκαίο να δοθεί η δυνατότητα σε όσους έχουν ήδη ενταχθεί σε ενεργές πάγιες ρυθμίσεις να μεταπηδήσουν, εφόσον το επιθυμούν, στη νέα ευνοϊκότερη ρύθμιση.
Δεν θα ήταν δίκαιο να αποκλειστούν επαγγελματίες και επιχειρήσεις που κατέβαλαν προσπάθεια να παραμείνουν φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμεροι, προκειμένου να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους, να συμμετέχουν σε διαγωνιστικές διαδικασίες ή να αποφύγουν αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.
Κύριε Υπουργέ,
Σας παρακαλώ θερμά να εξετάσετε τις παραπάνω προτάσεις, καθώς πρόκειται για ζητήματα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά στην αγορά και τα οποία απασχολούν μεγάλο αριθμό επαγγελματιών και επιχειρήσεων.
Σας μεταφέρω τις παρατηρήσεις αυτές τόσο υπό την ιδιότητά μου ως αιρετού εκπροσώπου στον Εμπορικό Σύλλογο της πόλης μου όσο και στο Επιμελητήριο, όπου τα συγκεκριμένα προβλήματα αναδεικνύονται διαρκώς εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα.
Με εκτίμηση
κύριε Υπουργέ,
Η νέα έκτακτη ρύθμιση οφειλών 72 δόσεων προς τα Δημόσια και Ασφαλιστικά Ταμεία με αυτό το μοντέλο που είναι δομημένη, θεωρώ πως δεν μπορεί να έχει μεγάλη απήχηση αλλά και εισπραξιμότητα γιατί έχει αρκετά προβλήματα..
1ον. Θεωρώ πως οι 72 δόσεις μπορεί να είναι και λίγες πλέον, εάν αναλογιστεί το επιτελείο σας και εσείς προσωπικά από ποιες χρονιές και έπειτα, άρχισαν να σωρεύονται χρέη από τις επιχειρήσεις (Μνημόνια, Covid, ενεργειακός πόλεμος).
Προτείνω λοιπόν η νέα ρύθμιση θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 96 δόσεων.
2ον. Θεωρώ πραγματικά πως η νέα ρύθμιση που θα έρθει, θα αφορά χρέη που δημιουργήθηκαν έως 32/12/23
Πραγματικά, θα ήθελα το επιτελείο σας και εσείς προσωπικά, να εξετάσετε το ενδεχόμενο η νέα ρύθμιση να έχει εφαρμογή έως και την ημερομηνία υπαγωγής του κάθε ενδιαφερόμενου, γιατί θα δημιουργηθεί μια “ΒΑΒΕΛ” ρυθμίσεων και τρεχουσών φορολογικών, ασφαλιστικών υποχρεώσεων που θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια των ρυθμίσεων και την αναβίωση όλων των προσαυξήσεων από την αρχή.
3ον. Θεωρώ πως πρέπει να διευκολυνθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι για την ρύθμιση, από την άποψη πως εάν έχουν ενεργή πάγια ρύθμιση, να μπορέσουν να μεταπηδήσουν στην νέα ευνοϊκή ρύθμιση εάν το επιθυμούν και όχι να αποκλείονται γιατί απλά κάποιοι προσπαθούσαν να είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμεροι καθώς θα έπρεπε να συνεχίσουν να μπορούν να μετέχουν σε διαγωνισμούς ή ακόμα ακόμα και να μην δεχτούν αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.
Παρακαλώ θερμά κύριε Υπουργέ, να εξετάσετε όλα αυτά που σας προτείνω, γιατί είναι υπαρκτά ζητήματα και σας τα γράφει ένας αιρετός και στον Εμπορικό Σύλλογο της πόλης μου, αλλά και στο Επιμελητήριο και αυτά είναι θέματα που τα εντοπίζουμε κάθε μέρα, εδώ και πάρα πολύ καιρό!
Με εκτίμηση
Αξιότιμε κύριε υποθργέ,
Η νέα έκτακτη ρύθμιση των 72 δόσεων αφορά βεβαιωμένες οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στις 31/12/2023.
Ωστόσο, ενώ το κριτήριο της ρύθμισης αφορά τη χρονική περίοδο δημιουργίας των οφειλών, η εφαρμογή της αποκλείει φορολογούμενους που είχαν αρρύθμιστες οφειλές την 21/04/2026 αλλά προχώρησαν σε ρύθμιση στο μεσοδιάστημα, πριν την ενεργοποίηση της νέας πλατφόρμας.
Η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε άνιση μεταχείριση και στρέβλωση κινήτρων:
φορολογούμενοι με τις ίδιες οφειλές (προ του 2024) αντιμετωπίζονται διαφορετικά, ενώ η έγκαιρη συμμόρφωση ουσιαστικά λειτουργεί σε βάρος του συνεπούς.
Καθώς το αντικειμενικό κριτήριο της ρύθμισης είναι η περίοδος δημιουργίας των οφειλών (έως 31/12/2023), προτείνεται να επιτραπεί η υπαγωγή και σε περιπτώσεις όπου οι οφειλές ήταν αρρύθμιστες κατά την 21/04/2026, ανεξαρτήτως μεταγενέστερης ρύθμισης, ώστε να διασφαλιστεί ίση μεταχείριση και συνέπεια με τον σκοπό της διάταξης.
Ευχαριστώ για τον χρόνο σας
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ
θα ήθελα να σας επισημάνω για την ρύθμιση των 72 δόσεων τα εξής
1.Δεν είναι δυνατόν κάποιος που έχει ρυθμίσει στις 24 δόσεις να μην μπορεί να μεταπηδήσει στις 72
2.Πολλοί έχουν εξωδικαστικό μηχανισμό και παράλληλα ρύθμιση 24 δόσεων θα πρέπει και αυτοί να μπορούν να μεταπηδήσουν στις 72 δόσεις
3.Το έχουν επισημάνει και οι κατά τόπους υπάλληλοι ΚΕΑΟ και ΑΑΔΕ ότι πάγια τακτική είναι η μεταπήδηση προς την καλύτερη ρύθμιση
4.Είναι πολύ σημαντικό να ληφθεί ότι οι περισσότεροι παλεύουν να ανταπεξέλθουν μην τους αφήνετε αβοήθητους και
5.Αυξήστε το ακατάσχετο στα 1700 ευρώ για να μπορούν οι εργαζόμενοι να παίρνουν τα επιδόματα του, αφού το τρέχον όριο των 1250 είναι παλαιο και αφορούσε άλλες κλίμακες μισθών
μετά τιμής