Άρθρο 114
Έναρξη ισχύος
- Με την επιφύλαξη των παρ. 2 έως 9, η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.
- Η ισχύς του άρθρου 12, περί μείωσης ελάχιστου ορίου οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης για την ένταξη των οφειλών στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, αρχίζει σε έναν (1) μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
- Η ισχύς του άρθρου 13, περί δυνατότητας αποπληρωμής και διάσωσης της κύριας κατοικίας με ρευστοποίηση των λοιπών ακινήτων στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, αρχίζει σε δύο (2) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
4.Το Μέρος Β΄ τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός από:
α) το άρθρο 42, περί καταβολής ειδικής σύνταξης στην οικογένεια όσων απεβίωσαν στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, το οποίο ισχύει από την 1η Μαρτίου 2023,
β) το άρθρο 43, περί αύξησης ορίου ηλικίας καταβολής σύνταξης σε τέκνα συνταξιούχων της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), το οποίο ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2026.
- Το Μέρος Γ΄ τίθεται σε ισχύ από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εκτός από:
α) το άρθρο 49, περί μισθολογικών προσαυξήσεων δικαστικών λειτουργών, το οποίο ισχύει από την 1η Ιουλίου 2026.
β) το άρθρο 50, περί χρόνου υπηρεσίας και εισαγωγικού μισθολογικού κλιμακίου των δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου, το οποίο ισχύει από την 1η Ιούλιου 2026.
γ) το άρθρο 51, περί ανώτατου ορίου αποδοχών μελών συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών που κατέχουν και άλλη αμειβόμενη θέση ή ιδιότητα, το οποίο ισχύει από την 22α Δεκεμβρίου 2023.
δ) την παρ. 1 του άρθρου 52, περί ρύθμισης θεμάτων μισθολογικής εξέλιξης υπαλλήλων μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, η οποία ισχύει από την 24η Ιουνίου 2023.
ε) το άρθρο 53, περί επέκτασης εφαρμογής του άρθρου 64 του ν. 5042/2023, το άρθρο 54, περί αποδοχών του προσωπικού της Προεδρίας της Κυβέρνησης, το άρθρο 55, περί Προσωπικού Προεδρίας της Δημοκρατίας, και το άρθρο 56, περί αποδοχών Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ισχύουν από την 1η Ιουλίου 2026.
- Η παρ. 2 του άρθρου 76, περί ρυθμίσεων για την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία, ισχύει από την 27η Μαΐου 2016.
- Το άρθρο 81, περί εγγραφής πιστώσεων Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, ισχύει από τον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 2027.
- Για το άρθρο 99 περί αποζημιώσεων ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας σε περιπτώσεις τοκετού ή λοχείας και διαχείριση αποθεματικού:
α) η παρ. 1 ισχύει από τις 24 Οκτωβρίου 2025 και
β) η παρ. 3 εφαρμόζεται από το έτος 2026 για ποσά που παρέμειναν αδιάθετα από το έτος 2023.
- Τα άρθρα 100 έως 109 ισχύουν από την 1η Μαΐου 2026.





Αθήνα, 13 Ιουνίου 2026
Αριθ. πρωτ.: 605/13/103
Προς: 1) Τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
κ. Κυριάκο ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗ
2) Τον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
κ. Αθανάσιο ΠΕΤΡΑΛΙΑ
Κοιν.: Υπουργό Προστασίας του Πολίτη
κ. Μιχαήλ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ
Θέμα: Συμμετοχή της Π.Ο.ΑΣ.Υ. στη δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Mέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, ….και άλλες διατάξεις»
Αξιότιμοι Κύριοι,
Η Ομοσπονδία μας, σε συνέχεια των πρωτοβουλιών για την ικανοποίηση των αιτημάτων του αστυνομικού προσωπικού συμμετέχει στη διαβούλευση του παρόντος σχεδίου νόμου με τις κάτωθι παρατηρήσεις, προτάσεις και προσθήκες άρθρων – τροπολογιών:
ΜΕΡΟΣ Α΄ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Άρθρο 4 «Επιδότηση με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς και νοσηλευτές που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια – Προσθήκη άρθρου 70Α στον ν. 5217/2025».
Στο άρθρο 4 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου προβλέπεται η χορήγηση επιδότησης με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς και νοσηλευτές που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια.
Προτείνεται η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης ώστε να συμπεριληφθούν και οι αστυνομικοί που υπηρετούν σε νησιωτικές, παραμεθόριες και λοιπές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας.
Οι αστυνομικοί αποτελούν βασικό πυλώνα του κράτους και παρέχουν κρίσιμες υπηρεσίες προστασίας της ζωής, της περιουσίας και της ασφάλειας των πολιτών, σε καθεστώς συνεχούς επιχειρησιακής ετοιμότητας. Όπως συμβαίνει με τους εκπαιδευτικούς, τους ιατρούς και τους νοσηλευτές, μεγάλος αριθμός αστυνομικών μετακινείται υποχρεωτικά μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας του προκειμένου να καλύψει υπηρεσιακές ανάγκες.
Ιδιαίτερα στις νησιωτικές, τουριστικές και παραμεθόριες περιοχές, το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα πολλοί αστυνομικοί να επιβαρύνονται δυσανάλογα σε σχέση με το εισόδημά τους. Η δυσχέρεια εξεύρεσης προσιτής κατοικίας επηρεάζει τόσο την ποιότητα ζωής των ίδιων και των οικογενειών τους όσο και τη δυνατότητα αποτελεσματικής στελέχωσης των τοπικών υπηρεσιών.
Η ίση μεταχείριση των εργαζομένων που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την επέκταση της συγκεκριμένης ενίσχυσης και στο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο καλείται να ανταποκρίνεται σε αυξημένες υπηρεσιακές απαιτήσεις υπό αντίστοιχες στεγαστικές συνθήκες.
Προτεινόμενη τροποποίηση:
«Επιδότηση με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο (2) ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς, νοσηλευτές και αστυνομικούς που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια.»
Η προσθήκη των αστυνομικών στους δικαιούχους της διάταξης αποκαθιστά μια ουσιαστική ανισότητα και αναγνωρίζει έμπρακτα την προσφορά τους στην κοινωνία και την πολιτεία.
ΜΕΡΟΣ Β΄ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Άρθρο 32 «Συντάξιμος μισθός παθόντων στρατιωτικών – Αντικατάσταση άρθρου 34Α π.δ. 169/2007»
Άρθρο 34 «Υπολογισμός σύνταξης θυμάτων τρομοκρατικών ενεργειών»
Άρθρο 35 «Επίδομα αναπηρίας»
ΜΕΡΟΣ Β΄ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Άρθρο 45 «Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Β΄»
ΜΕΡΟΣ Ζ΄
Άρθρο 114 «Έναρξη ισχύος»
Με τις προτεινόμενες διατάξεις (Άρθρα 32 και 34) υποβαθμίζεται η προστασία των ήδη συνταξιοδοτηθέντων παθόντων από τρομοκρατικές ενέργειες, βίαια εγκλήματα ή επικίνδυνες υπηρεσίες. Η εισαγωγή του νέου και αναδρομικού (Άρθρο 114 από 1/1/2017) τρόπου υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών για την περίοδο 2017-2025, με βάση το εισαγωγικό κλιμάκιο του καταληκτικού βαθμού, απειλεί με μειώσεις τις συντάξεις που είχαν κανονιστεί με τους νόμους 1897/1990 και 1977/1991.
Επειδή πρόκειται για μια ολιγομελή ομάδα πολιτών που υπέστησαν πλήγμα κατά την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο, η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί το εισόδημά τους. Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ρητά ότι καμία ήδη κανονισθείσα σύνταξη δεν θα μειωθεί, και αν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά, αυτή θα αντιμετωπιστεί με τη θέσπιση προσωπικής διαφοράς.
Επίσης, με το άρθρο 32 εισάγεται ένας άδικος περιορισμός, καθώς η ευνοϊκή σύνταξη με βάση τον καταληκτικό βαθμό αποκλείεται εάν ο παθών, εξαιτίας του τραυματισμού του, είχε μεταταχθεί σε ειδική κατάσταση (όπως διαθεσιμότητα, αποστρατεία ή υπηρεσία γραφείου). Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί σοβαρή αδικία στις περιπτώσεις όπου ο θάνατος επέρχεται ως άμεση συνέπεια του τραυματισμού, και όπου η υπαγωγή στην ειδική κατάσταση οφειλόταν αποκλειστικά στην αρχική βλάβη. Στην πράξη, η μεσολάβηση μιας υπηρεσιακής μεταβολής -ακόμη και αν ο θάνατος επέλθει λίγο μετά από αυτήν- στερεί αναίτια από την οικογένεια του θύματος την αυξημένη συνταξιοδοτική προστασία που δικαιούται.
Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύσει τις οικογένειες όσων έχασαν τη ζωή τους από βίαια συμβάντα ή τρομοκρατικές πράξεις.
Για τον λόγο αυτό, είναι ηθικά και νομικά επιβεβλημένο να προβλεφθεί ειδική εξαίρεση όταν αποδεικνύεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του τραυματισμού και του μεταγενέστερου θανάτου.
Ειδικά δε για τις τρομοκρατικές πράξεις (Άρθρο 34), είναι απαραίτητο να διατηρηθεί αλώβητο το υφιστάμενο καθεστώς του ν. 1897/1990, βάσει του οποίου η μεσολάβηση οποιασδήποτε ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης δεν αποτελεί κώλυμα για την απονομή της σύνταξης.
Με το άρθρο 35 εισάγεται μια οπισθοδρομική ανατροπή που πλήττει τον πυρήνα της κοινωνικής προστασίας των αναπήρων στελεχών. Η αναδρομική σύνδεση (2023-2025) του επιδόματος αναπηρίας με τον εισαγωγικό μισθό του βαθμού που έφερε ο δικαιούχος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ακυρώνει τη διαχρονική λογική του θεσμού.
Μέχρι σήμερα, το επίδομα ορθώς ακολουθούσε τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη του παθόντος. Η νέα ρύθμιση επιφέρει άδικες μειώσεις, τιμωρώντας τόσο τους αποστρατευθέντες όσο και τα στελέχη που παρέμειναν στην ενεργό υπηρεσία για έτη μετά το πάθημα, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους και εξελισσόμενοι με εντελώς διαφορετικά δεδομένα από εκείνα του χρόνου του τραυματισμού τους. Παράλληλα, η διάταξη παραβιάζει την πάγια συνταξιοδοτική αρχή του Δημοσίου, βάσει της οποίας ο υπάλληλος αντιμετωπίζεται με τα μισθολογικά δεδομένα της εξόδου του από την Υπηρεσία.
Ταυτόχρονα, εισάγει μια αδικαιολόγητη και άνιση διάκριση: ενώ για τους πολιτικούς υπαλλήλους το επίδομα υπολογίζεται επί του βασικού μισθού της εξόδου τους, για τους στρατιωτικούς υπαλλήλους καθηλώνεται στον εισαγωγικό μισθό του χρόνου του παθήματος!!!
Η δε πρόβλεψη για το μετά την 1/10/2025 διάστημα, η οποία μεταφέρει τον καθορισμό του επιδόματος σε μελλοντική Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) με αναδρομική μάλιστα ισχύ (Άρθρο 45), εγείρει σοβαρότατα ζήτημα συνταγματικότητας (άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος), όπως τεκμηριωμένα επισημαίνει και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Το επίδομα ανικανότητας των στρατιωτικών δεν αποτελεί ένα απλό, προαιρετικό «βοήθημα», αλλά δομικό στοιχείο της συνταξιοδοτικής τους προστασίας. Το Σύνταγμα απαγορεύει τη χορήγηση «λευκής επιταγής» στην εκτελεστική εξουσία για να καθορίζει κατά το δοκούν το ύψος τέτοιων παροχών!!
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η θέσπιση ενός δίκαιου και ενιαίου τρόπου υπολογισμού:
α) για τους συνταξιοδοτούμενους (υπαλλήλους, λειτουργούς και στρατιωτικούς), το επίδομα να υπολογίζεται με βάση τον εκάστοτε βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου εξόδου τους από την υπηρεσία και
β) για τα εν ενεργεία στελέχη (επίδομα μερικής ανικανότητας λόγω τρομοκρατίας ή βίαιου συμβάντος), να συνδέεται με τον εκάστοτε καταβαλλόμενο βασικό μισθό, διατηρώντας το δίκαιο καθεστώς των ν.3234/2004 και ν.3513/2006.
Τροπολογία για την εξαίρεση της περικοπής (κατά 70%) της σύνταξης της χήρας από μεταβιβαζόμενο δικαίωμα παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής όταν εργάζεται στο δημόσιο ή λαμβάνει σύνταξη από αυτό, εφόσον υπάρχουν συνδικαιούχα τέκνα.
Η παρούσα πρόταση βασίζεται στην ανάγκη αποκατάστασης μιας προφανούς κοινωνικής και θεσμικής αδικίας εις βάρος των οικογενειών αστυνομικών που χάνουν τη ζωή τους ένεκα υπηρεσίας.
Ο αστυνομικός λειτουργός δεν είναι ένας κοινός εργαζόμενος. Καθημερινά εκτίθεται σε αυξημένο κίνδυνο για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, της κοινωνικής ειρήνης και της ανθρώπινης ζωής.
Όταν η Πολιτεία αναγνωρίζει επισήμως ότι ο θάνατος επήλθε «ένεκα υπηρεσίας», και εξαιτίας αυτής οφείλει να διασφαλίζει ότι η οικογένεια του πεσόντος δεν θα αντιμετωπίσει οικονομική υποβάθμιση ως συνέπεια της θυσίας του.
Η εφαρμογή μειώσεων στη σύνταξη χηρείας, ιδίως λόγω εργασίας του επιζώντος συζύγου στο Δημόσιο, οδηγεί σε παράλογα και κοινωνικά άδικα αποτελέσματα:
Οικογένειες με ανήλικα παιδιά χάνουν σημαντικό μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Χήρες και τέκνα πεσόντων αστυνομικών οδηγούνται σε οικονομική ανασφάλεια.
Η Πολιτεία εμφανίζεται να τιμά συμβολικά τον πεσόντα, αλλά να αποσύρει ουσιαστικά την οικονομική προστασία από τους οικείους του.
Η πρακτική αυτή αντίκειται:
-στην αρχή της ισότητας,
-στην αρχή της αναλογικότητας,
-στην ειδική υποχρέωση προστασίας της οικογένειας,
-αλλά και στην αυξημένη θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι σε όσους θυσιάζονται κατά την εκτέλεση του καθήκοντος.
Η Ελληνική Αστυνομία δεν μπορεί να ζητά από τους ανθρώπους της να δίνουν ακόμη και τη ζωή τους για την κοινωνία, χωρίς η Πολιτεία να εγγυάται ότι οι οικογένειές τους θα ζουν με αξιοπρέπεια. Η προστασία των οικογενειών των πεσόντων αστυνομικών δεν αποτελεί παροχή. Αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας. Η κοινωνία απαιτεί από τους αστυνομικούς αυταπάρνηση, αυξημένο κίνδυνο και προσφορά μέχρι και της ίδιας τους της ζωής.
Η Πολιτεία οφείλει, τουλάχιστον, να διασφαλίζει ότι οι οικογένειές τους δεν θα πληρώνουν οικονομικά το τίμημα αυτής της θυσίας.
Για τους παραπάνω λόγους, προτείνεται στο τέλος του Κεφαλαίου Β «ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» του Μέρους Β΄ «ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» να προστεθεί άρθρο 45 με το εξής κείμενο και να γίνει αναρρύθμιση στα υπόλοιπα άρθρα του νομοσχεδίου: «Οι εξαιρέσεις τις παρ. 14 του άρθρου 8 του ν.2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α΄), έχουν εφαρμογή και για τις μεταβιβαζόμενες συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι υφίστανται συνδικαιούχα τέκνα.».
Ακόμα, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 269 του ν.5222/ 2025 – Αποζημίωση και σύνταξη οικείου προσώπου σε περίπτωση βίαιου θανάτου αστυνομικού.
Η Ομοσπονδία μας επανέρχεται σήμερα υποβάλλοντάς σας συγκεκριμένη ρύθμιση προκειμένου να ληφθεί υπόψη και να προβείτε σε μια ορθή και δίκαιη για το αστυνομικό προσωπικό ρύθμιση.
Όπως ισχύει ο ν.5222/ 2025 και εφαρμόζεται, προκαλεί μια άνιση και διαφορετική αντιμετώπιση του θανάτου από βίαιο συμβάν.
-Άλλη σύνταξη αν σκοτωθεί κάποιος αστυνομικός π.χ. από βόμβα που θα εκραγεί σε κάποια αστυνομική υπηρεσία ή σε όχημα και άλλη αν εκραγεί στο σπίτι του.
-Άλλη σύνταξη αν σκοτωθεί με την υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα και άλλη αν σκοτωθεί λόγω δολιοφθοράς π.χ. στα φρένα της ιδιωτικής του μοτοσυκλέτας.
-Άλλη αντιμετώπιση αν δολοφονηθεί ή τραυματιστεί θανάσιμα από μεμονωμένο άτομο ή ομάδα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και άλλη λόγω της ιδιότητάς του ως εν ενεργεία ή εν συντάξει στρατιωτικός.
Δεν γνωρίζει ο νομοθέτης ότι υπάρχουν συνταγματικές διατάξεις για τη φύση και την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας από τις οποίες ερμηνεύεται ότι όλα τα όργανα του κράτους, και ειδικά η αστυνομία, φέρουν διαρκή ευθύνη και είναι σε διαρκή ετοιμότητα για τη διαφύλαξη της συνταγματικής νομιμότητας;
Ή μήπως να αναφερθούμε σε ό,τι προβλέπεται ρητά από νόμους και προεδρικά διατάγματα; Ακόμα και από τον Κώδικα Δεοντολογίας του Αστυνομικού Προσωπικού υπαγορεύεται ότι ο αστυνομικός υπόκειται στις αρχές της διαρκούς ετοιμότητας και της διαρκούς διατεταγμένης υπηρεσίας. Επίσης, το Π.Δ. 120/2008 –Άρθρο 2 περί πειθαρχίας, σε συνδυασμό με την έννοια της «αδράνειας» ή της «μη επέμβασης» και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας παραπέμπει σε υποχρεώσεις του αστυνομικού ακόμα και εκτός υπηρεσίας (επέμβαση σε περιπτώσεις τέλεσης αυτόφωρων εγκλημάτων).
Έχει δηλαδή θεσμοθετηθεί μια αδικία καθόσον ο νομοθέτης αντιμετωπίζει επιλεκτικά τους βίαιους θανάτους.
Για την αποκατάσταση των ανωτέρω και την παροχή ολοκληρωμένης προστασίας στο ένστολο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 269, ως εξής: «17Α. Οι γονείς του άγαμου χωρίς τέκνα υπαλλήλου ή στρατιωτικού, ο οποίος έχει διορισθεί για πρώτη φορά στο Δημόσιο ή έχει καταταγεί ως στρατιωτικός, αντιστοίχως, μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, χωρίς να έχει ασφαλιστεί σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης έως την 31 Δεκεμβρίου 1992, εφόσον αυτός αποβιώσει σε διατεταγμένη υπηρεσία που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο και ένεκα αυτής ή από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής – στρατιωτικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του, ως εν ενεργεία ή εν συντάξει στρατιωτικού, μπορούν, σε περίπτωση που δικαιούνται το εφάπαξ οικονομικό βοήθημα της παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α΄ 57), να επιλέξουν αντί αυτού τη σύνταξη της παρ. 2 του παρόντος».
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Άρθρο 100 «Υπολογισμός ειδικής αποζημίωσης ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 34Α ν. 2682/1999»
Επί του συγκεκριμένου άρθρου, ζητάμε τη συμπερίληψη και των αστυνομικών στο επίδομα που απορρέει από τα τέλη EUROCONTROL. Η προσφορά της Ελληνικής Αστυνομίας στην ασφάλεια, την επιτήρηση και την άμεση αντιμετώπιση περιστατικών στους αερολιμένες της Χώρας, είναι καθοριστική και αναντικατάστατη. Η μη συμπερίληψη του αστυνομικού προσωπικού στο επίδομα αυτό συνιστά σαφή αδικία και άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζομένους στο τομέα αυτό.
Ως εκ τούτου, προτείνεται η συμπλήρωση της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 2, Νόμος 5240/2025 «Διαχείριση των ποσών που αποδίδονται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας (EUROCONTROL) Αντικατάσταση άρθρου 65 και προσθήκη παρ. 7, 8 και 9 στο άρθρο 66 του ν. 4427/2016» ώστε στο εξής να προβλέπει: «Δικαιούχοι φορείς των ποσών από τα τέλη διαδρομής και τερματικής περιοχής που καταβάλλονται από τους χρήστες του εναέριου χώρου και αποδίδονται μέσω EUROCONTROL, είναι οι φορείς που συμμετέχουν στη διαμόρφωση των εθνικών βάσεων κόστους των τελών αεροναυτιλίας, σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Οργανισμού και ανάμεσα σε αυτούς η Πολεμική Αεροπορία, το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και η Ελληνική Αστυνομία, ως αρμόδιοι φορείς παροχής υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης».
Αξιότιμοι Κύριοι,
Σας καλούμε να λάβετε υπόψη σας τις τεκμηριωμένες παρατηρήσεις και προτάσεις της Ομοσπονδίας έτσι ώστε να προωθηθεί στη Βουλή των Ελλήνων προς ψήφιση, ένα δίκαιο νομοθέτημα, αντάξιο των προσδοκιών του αστυνομικού προσωπικού και της μεγάλης και πολυπληθούς αστυνομικής οικογένειας.
Θέμα: Ανάγκη μεταβατικής προστασίας για οχήματα που είχαν αγοραστεί πριν από την έναρξη της διαβούλευσης
Η προτεινόμενη μείωση της απαλλαγής στο τέλος ταξινόμησης των υβριδικών αυτοκινήτων δημιουργεί σοβαρό ζήτημα για οχήματα που είχαν ήδη αγοραστεί από το εξωτερικό πριν από την ανακοίνωση της πρόθεσης της κυβέρνησης μέσω της δημόσιας διαβούλευσης.
Η εισαγωγή μεταχειρισμένου αυτοκινήτου δεν είναι στιγμιαία πράξη. Από την αγορά μέχρι την άφιξη του οχήματος στην Ελλάδα και τον εκτελωνισμό του μπορεί να μεσολαβήσουν εβδομάδες. Απαιτούνται μεταφορά, CMR, αποστολή πρωτότυπης ξένης άδειας, έκδοση ή εξεύρεση COC, βεβαιώσεις λιανικής τιμής προ φόρων και λοιπά δικαιολογητικά. Δεν είναι όλα αυτά υπό τον έλεγχο του αγοραστή ή του εισαγωγέα.
Σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφει η ΑΑΔΕ, για κοινοτικά οχήματα υποβάλλεται Δ.Α.Ο. κατά την άφιξη και η ειδική δήλωση για τη βεβαίωση και καταβολή των φορολογικών επιβαρύνσεων υποβάλλεται μέχρι τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα από την άφιξη. Επομένως, ο χρόνος εκτελωνισμού είναι μεταγενέστερο διοικητικό στάδιο και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο ο εισαγωγέας έλαβε την οικονομική απόφαση.
Είναι άδικο μία συναλλαγή που αποφασίστηκε, συμφωνήθηκε και πληρώθηκε με βάση το ισχύον καθεστώς να φορολογηθεί αργότερα με βαρύτερο καθεστώς, μόνο επειδή η μεταφορά, τα έγγραφα ή οι διοικητικές διαδικασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ.
Το άρθρο 114 προβλέπει γενικά ότι η ισχύς του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Ζητείται να οριστεί διαφορετικά για το άρθρο 9, ώστε να προστατευθούν οι καλόπιστοι εισαγωγείς και αγοραστές που είχαν ήδη δεσμευθεί πριν από τη δημόσια ανακοίνωση της αλλαγής.
Προτείνεται να προστεθεί ειδική μεταβατική διάταξη ως εξής:
Ειδικά για την εφαρμογή του άρθρου 9, οι προϊσχύουσες διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 136 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα εξακολουθούν να εφαρμόζονται για οχήματα για τα οποία, πριν από την ημερομηνία ανάρτησης του παρόντος σχεδίου νόμου σε δημόσια διαβούλευση, είχε συναφθεί δεσμευτική σύμβαση αγοράς ή είχε εκδοθεί τιμολόγιο, proforma invoice ή απόφαση κατακύρωσης δημοπρασίας, με αναγραφή του αριθμού πλαισίου του οχήματος, και είχε καταβληθεί μέσω πιστωτικού ιδρύματος προκαταβολή ή εξόφληση προς τον πωλητή. Η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προϋποθέτει την είσοδο του οχήματος στη χώρα εντός εξήντα (60) ή ενενήντα (90) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εμπρόθεσμη υποβολή των προβλεπόμενων τελωνειακών δηλώσεων.
Με αυτόν τον τρόπο προστατεύονται οι καλόπιστες συναλλαγές, χωρίς να ανοίγει παράθυρο καταστρατήγησης. Δεν προστατεύεται όποιος αγοράσει μετά τη διαβούλευση. Προστατεύεται μόνο όποιος μπορεί να αποδείξει ότι είχε ήδη δεσμευτεί οικονομικά για συγκεκριμένο όχημα, πριν γίνει γνωστή η πρόθεση αλλαγής του νόμου.
Η εναλλακτική, δηλαδή η εφαρμογή του νέου καθεστώτος σε όλα τα οχήματα που δεν έχουν προλάβει να εκτελωνιστούν μέχρι τη δημοσίευση στο ΦΕΚ, είναι άδικη και πρακτικά τιμωρεί τη συνήθη καθυστέρηση της διαδικασίας εισαγωγής.
Δεν μπορεί η Πολιτεία από τη μία να δημιουργεί ειδικό μεταβατικό παράθυρο για στοκ οχημάτων που θα τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης και από την άλλη να αγνοεί όσους είχαν ήδη αγοράσει, πληρώσει και δεσμευτεί πριν ανακοινωθεί η αλλαγή του νόμου.
Αν πρέπει να υπάρξει μεταβατική διάταξη, η δίκαιη βάση δεν είναι ποιος πρόλαβε να εκτελωνίσει, αλλά ποιος είχε ήδη αγοράσει καλόπιστα πριν από τη διαβούλευση.
Το σωστό σημείο τομής είναι:
η δεσμευτική αγορά συγκεκριμένου οχήματος με VIN και τραπεζική πληρωμή πριν από την έναρξη της διαβούλευσης.
Όχι ο εκτελωνισμός. Όχι η έκδοση πινακίδων. Όχι η τύχη του ποιος πήρε γρηγορότερα χαρτιά από αντιπροσωπεία ή μεταφορική.
Σχόλιο για το άρθρο 53 : Επισημαίνεται θετικά το γεγονός ότι αναγνωρίζεται η ανάγκη επέκτασης της προσωπικής διαφοράς.
Ωστόσο, προτείνεται:
α. πλήρης απαλοιφή του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 53 που ορίζει ότι:
«Το ύψος της προσωπικής διαφοράς που υπολογίζεται κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως.»
β. αντικατάσταση της φράσης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 53 «…στο προσωπικό που έχει διοριστεί ή μεταταχθεί» από τη φράση «στο προσωπικό που υπηρετεί»
γ. αναδρομικότητα
καθώς η ρύθμιση πλαφόν 300 ευρώ στην προσωπική διαφορά:
α. αντιφάσκει με τον σκοπό του νομοσχεδίου. Ενώ το άρθρο 47 επικαλείται την άρση των υφιστάμενων ανισοτήτων στις αποδοχές και τη μισθολογική εξέλιξη, το άρθρο 53 διατηρεί ουσιαστικά τις ίδιες ανισότητες μέσω του πλαφόν
β. δεν αίρει τις μισθολογικές ανισότητες αλλά τις αναπαράγει. Η επέκταση της προσωπικής διαφοράς συνοδεύεται από έναν περιορισμό που διατηρεί σημαντικές αποκλίσεις στις αποδοχές υπαλλήλων που τελούν υπό τις ίδιες υπηρεσιακές συνθήκες
γ. υπονομεύει την εσωτερική συνοχή των υπηρεσιών. Η συνύπαρξη υπαλλήλων με ίδιες αρμοδιότητες αλλά διαφορετικές αποδοχές δημιουργεί αίσθημα αδικίας, μειώνει το ηθικό και επιβαρύνει το εργασιακό κλίμα
δ. αποτελεί επιπρόσθετο μηχανισμό ελέγχου δαπάνης στον αντίστοιχα εφαρμοζόμενο του άρθρου 206 του ν. 5193/2025 ενώ παράλληλα δημιουργεί συνθήκη ακόμα δυσμενέστερης μεταχείρισης των νεότερων υπαλλήλων
ε. λειτουργεί αποτρεπτικά για την προσέλκυση και διατήρηση εξειδικευμένου προσωπικού. Η προοπτική μόνιμα χαμηλότερων αποδοχών, καθιστά λιγότερο ελκυστική την υπηρεσία.
στ. έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης και εγείρονται ζητήματα συμβατότητας με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, Η διαφορετική μισθολογική αντιμετώπιση βασίζεται αποκλειστικά σε χρονικό κριτήριο καθώς υπάλληλοι που βρίσκονται υπό τις ίδιες πραγματικές και νομικές συνθήκες αντιμετωπίζονται διαφορετικά.
ζ. συνιστά σαφή ανακολουθία έναντι των προηγούμενων νομοθετικών ρυθμίσεων (ν. 4569/2018, ν. 4635/2019, ν. 5042/2023 και ν. 5043/2023) για τον επιλεγμένο μηχανισμό άρσης μισθολογικών ανισοτήτων, οι οποίες δεν προέβλεπαν ανώτατο όριο.
Συμπερασματικά, η κατάργηση του συγκεκριμένου περιορισμού αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική αποκατάσταση της μισθολογικής ισότητας, την εφαρμογή ενιαίων κανόνων για όλους τους υπαλλήλους και την επίτευξη του ίδιου του σκοπού του νομοσχεδίου περί άρσης των υφιστάμενων ανισοτήτων.
Το ΜΕΡΟΣ Β το ξεκινούν επίτηδες από 01 – 01 – 2017.
Αν δεν τους τσακώναμε στα πράσα , το 2023 , θα βάζανε έναρξη ισχύος τη 01 – 01 – 1827!!
Το άρθρο 49, περί μισθολογικών προσαυξήσεων δικαστικών λειτουργών, το οποίο έχει ημερομηνία έναρξης ισχύος την 1η Ιουλίου 2026, θα έπρεπε να έχει ημερομηνία έναρξης ισχύος αναδρομικά μια διετία πίσω ή τουλάχιστον την 16 Σεπτεμβρίου 2024, ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Μόνο έτσι θα αποφευχθεί η άσκηση ομαδικών αγωγών αντιστίχων των αγωγών ΚΑΦΦΕ, οι οποίες άνετα μπορούν να ασκηθούν λόγω μη παρόδου της διετίας. Ειδικά για τους πρώην ειρηνοδίκες δημιουργείται και η εξής αδικία, οι β’ και γ’ τάξης που είχαν συμπληρώσει 7 έτη υπηρεσίας έλαβαν ορθώς τον βασικό μισθό του Προέδρου Πρωτοδικών από την 16η Σεπτεμβρίου 2024. Αν τεθεί έναρξη ισχύος της διάταξης η 1-7-2026 οι πρώην ειρηνοδίκες α’ και β΄ τάξης, οι οποίοι έιχαν συμπηρώσει 12ετία την 16-9-2024 δεν θα λάβουν την μισθολογική προσαύξηση αναδρομικά από την 16η Σεπτεμβρίου 2024, όπως και οι συνάδελφοί τους και αυτό θα οδηγήσει σε άσκηση ομαδικών αγωγών.
Θεωρώ ότι το άρθρο 49, περί μισθολογικών προσαυξήσεων δικαστικών λειτουργών, το οποίο έχει ημερομηνία έναρξης ισχύος την 1η Ιουλίου 2026, θα έπρεπε να έχει ημερομηνία έναρξη ισχύος αναδρομικά την 16 Σεπτεμβρίου 2024, ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και οι πρώην ειρηνοδίκες β’ και γ’ τάξης που είχαν συμπληρώσει 7 έτη υπηρεσίας έλαβαν ορθώς τον βασικό μισθό του Προέδρου Πρωτοδικών από την 16η Σεπτεμβρίου 2024. Για ποιό λόγο να υπάρξει διαφοροποίηση για τους πρώην ειρηνοδίκες α’ τάξης, οι οποίοι έλαβαν τον μισθό του Προέδρου Πρωτοδικών μετά την συμπλήρωση 16 ετών υπηρεσίας και μάλιστα όχι αυτόματα, αλλά μετά από συνεδρίαση του δικαστικού συμβουλίου. Θα πρέπει και αυτοί να λάβουν την μισθολογική προσαύξηση αναδρομικά από την 16η Σεπτεμβρίου 2024, όπως και οι συνάδελφοί τους, προκειμένου να αποφευχθεί η άσκηση ομαδικών αγωγών.
Μηπως η σωστη ημερομηνια στην παραγραφο 2
«4.Το Μέρος Β΄ τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός από:»
ειναι 1η Ιανουαριου 2027 και οχι 2017?