Άρθρο 12
Μείωση ελάχιστου ορίου οφειλών για την ένταξη στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών – Τροποποίηση περ. α) παρ. 3 άρθρου 7 ν. 4738/2020
Στην περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4738/2020 (Α΄ 207), περί πεδίου εφαρμογής, οι λέξεις «δέκα χιλιάδων (10.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «πέντε χιλιάδων (5.000)», και η περ. α διαμορφώνεται ως εξής:
«α) το σύνολο των οφειλών του προσώπου της παρ. 1 σε χρηματοδοτικούς φορείς, στο Δημόσιο και στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ,».
Άρθρο 13
Δυνατότητα αποπληρωμής και διάσωσης της κύριας κατοικίας με ρευστοποίηση των λοιπών ακινήτων στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών – Προσθήκη παρ. 4 έως 14 στο άρθρο 14 του ν. 4738/2020
- Στο άρθρο 14 του ν. 4738/2020 (Α΄ 207), περί υπογραφής και μορφών συμβάσεων αναδιάρθρωσης, προστίθενται παρ. 4 έως 14 ως εξής:
«4. Με την οριστική υποβολή της αίτησης, οι συμμετέχοντες πιστωτές δύνανται να υποβάλλουν αντιπρόταση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 2Α του άρθρου 71, η οποία περιλαμβάνει πρόταση εκποίησης των λοιπών ακινήτων του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου της περ. ε) του άρθρου 217, σε όποια έκταση απαιτείται για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων. Σε αυτή την περίπτωση, για τον υπολογισμό των μηνιαίων δόσεων της ρύθμισης που περιλαμβάνεται στην αντιπρόταση των χρηματοδοτικών φορέων σύμφωνα με το υπολογιστικό εργαλείο της παρ. 2Α του άρθρου 71, λαμβάνεται υπόψη ως αξία ακίνητης περιουσίας μόνο η αξία της κύριας κατοικίας, όπως αυτή εξειδικεύεται στην απόφαση της παρ. 5 του άρθρου 71, και η εκποίηση των λοιπών κατά τα ανωτέρω ακινήτων αναγράφεται ως όρος στη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Κατά την εφαρμογή της παρούσας διασφαλίζεται ότι στο Δημόσιο δεν επιφυλάσσεται χειρότερη μεταχείριση από αυτή που θα ίσχυε σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, κατά τα οριζόμενα στην περ. β της παρ. 4 του άρθρου 21.
- Για οφειλέτες που εμπίπτουν στην παρ. 3, οι πιστωτές υποχρεούνται στην υποβολή της αντιπρότασης της παρ. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης δύναται να αποδεχθεί ή να απορρίψει την αντιπρόταση αυτή. Σε περίπτωση που η κύρια κατοικία ανήκει κατά ιδανικό μερίδιο και σε έτερο συνοφειλέτη ή εγγυητή για οφειλή του αιτούντος, είναι υποχρεωτική η συνυποβολή της αίτησης και η συνυπογραφή της σύμβασης από αυτόν προκειμένου να υποβληθεί η αντιπρόταση της παρ. 4.
- Μετά την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης, κατόπιν της αντιπρότασης της παρ. 4, και υπό τον όρο της τήρησης αυτής, δεν επιτρέπονται στους καταλαμβανόμενους πιστωτές σύμφωνα με την περ. ιγ) της παρ. 1 του άρθρου 6, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης στην κύρια κατοικία του αιτούντος, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επ’ αυτής, η εγγραφή υποθήκης ή η τροπή προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη. Ωστόσο, επιτρέπονται: α) η αναγγελία του πιστωτή σε πλειστηριασμό που επισπεύδεται από τρίτο, και β) η διατήρηση υφιστάμενων υποθηκών, προσημειώσεων και λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων. Σε περίπτωση αθέτησης της καταρτισθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 27, επέρχονται οι έννομες συνέπειες του άρθρου αυτού, παύει να υφίσταται ο περιορισμός του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και είναι δυνατή η τροπή προσημείωσης σε υποθήκη από καταλαμβανόμενο στη σύμβαση πιστωτή. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι επιτρεπτή η εκ νέου ρύθμιση των ποσών που είχαν ρυθμιστεί με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης που αθετήθηκε με νέα αίτηση εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών.
- Η διαδικασία εκποίησης διενεργείται με μοναδικό εκτελεστό τίτλο τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, εφόσον βεβαιώνεται η καταχώρισή της στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 29. Για την έναρξη της διαδικασίας εξάγεται αντίγραφο από την πλατφόρμα.
- Δεν απαιτείται για την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης η επίδοση αντιγράφου με επιταγή προς εκτέλεση, μη εφαρμοζομένου του άρθρου 924 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182). Η διαδικασία εκποίησης ξεκινάει με πρωτοβουλία του χρηματοδοτικού φορέα που έχει την υψηλότερη ενυπόθηκη απαίτηση, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν αναρτηθεί στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 29, ο οποίος δίνει, επί του αντιγράφου της σύμβασης αναδιάρθρωσης που εξάγεται από την πλατφόρμα, την κατά το άρθρο 927 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εντολή σε δικαστικό επιμελητή να διενεργήσει την εκποίηση, προσδιορίζοντας σε αυτήν τα ακίνητα που θα εκποιηθούν, χωρίς να απαιτείται η ταυτόχρονη εκποίησή τους. Εάν δεν υπάρχει ενυπόθηκος δανειστής, η διαδικασία εκποίησης ξεκινάει με πρωτοβουλία του χρηματοδοτικού φορέα, που έχει την υψηλότερη απαίτηση.
- Η διαδικασία εκποίησης της παρ. 8 διενεργείται με τη σύνταξη συνοπτικής έκθεσης του δικαστικού επιμελητή, η οποία περιλαμβάνει όσα στοιχεία είναι αναγκαία για την εκποίηση και συγκεκριμένα: α) τα κατά την παρ. 1 του άρθρου 117 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στοιχεία, β) τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, γ) ακριβή περιγραφή των ακινήτων, που θα εκποιηθούν, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, δ) την αναγραφόμενη στη σύμβαση αναδιάρθρωσης εμπορική αξία αυτών, ε) τους περιλαμβανόμενους στη σύμβαση αναδιάρθρωσης όρους ικανοποίησης όσων δανειστών έχουν συμβληθεί σε αυτήν, στ) την τιμή πρώτης προσφοράς, η οποία πρέπει να είναι ίση με την αξία που έχει υπολογιστεί βάσει της απόφασης της παρ. 5 του άρθρου 71, ζ) την ημερομηνία εκποίησης, η) τη ρητή διαβεβαίωση ότι η διαδικασία εκποίησης διενεργείται στη βάση της ειδικής ρύθμισης της παρούσας παραγράφου, θ) τον ορισμό συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα διενεργηθεί με ηλεκτρονικά μέσα η εκποίηση και την ημερομηνία διεξαγωγής της, ι) την ύπαρξη τυχόν βαρών ή κατασχέσεων στα προς εκποίηση ακίνητα, ια) τις ημέρες και ώρες κατά τις οποίες παρέχεται δυνατότητα επίσκεψης των ακινήτων από τους υποψήφιους πλειοδότες. Η εκποίηση δεν μπορεί να οριστεί σε χρόνο που απέχει λιγότερο από σαράντα (40) ημέρες και περισσότερο από εξήντα (60) ημέρες από την ημερομηνία σύνταξης της παραπάνω έκθεσης. Στο διάστημα αυτό δεν συνυπολογίζεται ο μήνας Αύγουστος, ανεξάρτητα εάν μεσολαβεί ή είναι ο καταληκτικός μήνας. Οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 993 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται. Ως υπάλληλος της διαδικασίας εκποίησης ορίζεται πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο, ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, πιστοποιημένος συμβολαιογράφος σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας. Αν τα ακίνητα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων πρωτοδικείων, η εκποίηση διενεργείται, κατ’ επιλογή του δανειστή, που έχει την πρωτοβουλία της διαδικασίας, σε οποιαδήποτε περιφέρειαεκ των άνω πρωτοδικείων. Η εκποίηση είναι εφικτή ακόμη και εάν προϋφίσταται στο ακίνητο άλλη αναγκαστική ή συντηρητική κατάσχεση, κατάσχεση που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α΄ 190) ή οποιαδήποτε άλλη δέσμευση, με εξαίρεση την τυχόν επιβολή δέσμευσης από την Ανεξάρτητη Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Ενέργειες, ή από άλλη δικαστική ή εισαγγελική αρχή.
- Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να επιδώσει την έκθεση, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη σύνταξή της, στον οφειλέτη, όπως αυτός προσδιορίζεται στην έκθεση εκποίησης, στους ενυπόθηκους και προσημειούχους δανειστές των προς εκποίηση ακινήτων, στο Δημόσιο και στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), να την καταχωρήσει εντός της ίδιας προθεσμίας στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, και να την καταθέσει εντός τριών (3) ημερών από την περαίωση των παραπάνω διατυπώσεων, μαζί με το αντίγραφο της σύμβασης αναδιάρθρωσης στον συμβολαιογράφο, ο οποίος συντάσσει σχετική έκθεση. Αντίγραφο της έκθεσης δημοσιεύεται με επιμέλεια του συμβολαιογράφου στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του e-ΕΦΚΑ εντός είκοσι (20) ημερών από την κατάρτισή του.
- Στη διαδικασία εκποίησης:
α) Εφαρμόζεται αναλογικά η διαδικασία των παρ. 1 και 2 του άρθρου 998καθώς και του άρθρου 959, των παρ. 1 έως 4, 6 και 7 του άρθρου 965, του άρθρου 966, της παρ. 1 του άρθρου 969, των άρθρων 997, 1002 έως 1005, 1009, 1010 και 1017 του του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
β) Δεν εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 954 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και κατά της διαδικασίας εκποίησης δεν επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής των άρθρων 933 και 936, ούτε εφαρμόζονται τα άρθρα 937, 938, 1000, 1018 και 1019 του ίδιου Κώδικα. Λοιπές διατάξεις ως προς τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες δεν γίνεται ρητή αναφορά εφαρμόζονται αναλογικά, εφόσον συμβαδίζουν με τον χαρακτήρα της συμβατικής εκποιήσεως του παρόντος.
γ) Η ικανοποίηση των δανειστών, που έχουν συμμετάσχει στην κατάρτιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης, γίνεται χωρίς να είναι αναγκαία η αναγγελία των απαιτήσεών τους, με βάση τα ποσοστά ικανοποίησης και τη σειρά που προβλέπει η σύμβαση αναδιάρθρωσης. Λοιποί δανειστές του οφειλέτη, οι οποίοι δεν έχουν συμβληθεί στη σύμβαση αναδιάρθρωσης, δικαιούνται να αναγγελθούν, εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ανωτέρω υπό (α) εκποίηση, εφαρμοζομένου αναλογικά του άρθρου 972 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εντός της εδώ προβλεπόμενης προθεσμίας. Στην περίπτωση αυτή, οι αναγγελθείσες απαιτήσεις κατατάσσονται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης και το ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση των δανειστών που συμμετέχουν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με τα άρθρα 975 έως 977Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Τυχόν περίσσευμα από το προϊόν εκποίησης άγεται σε κάθε περίπτωση προς σύμμετρη ικανοποίηση του υπό διαγραφή ποσού κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.
δ) Σε περίπτωση μη καταβολής τιμήματος της εκποίησης, αίρεται η κατακύρωση, επέρχεται κατάπτωση της εγγυοδοσίας που έχει καταβάλλει ο συμμετέχων και επαναλαμβάνεται η διαδικασία εκποίησης, κατά τους όρους και τη διαδικασία του παρόντος.
- Εάν ο χρηματοδοτικός φορέας με την υψηλότερη ενυπόθηκη ή μη απαίτηση δεν εκκινήσει τη διαδικασία εκποίησης εντός τριών (3) μηνών από την κατάρτιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης, ή εάν η διαδικασία ματαιωθεί για δεύτερη φορά χωρίς σοβαρό λόγο, κάθε άλλος συμβαλλόμενος πιστωτής δύναται να επισπεύσει ο ίδιος την εκποίηση, χωρίς να απαιτείται δικαστική άδεια, κατόπιν έγγραφης γνωστοποίησης προς τους λοιπούς συμβαλλόμενους πιστωτές.
- Τρίτοι, που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία εκποίησης του παρόντος δικαιούνται να ασκήσουν την ανακοπή του άρθρου 583 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών, από την καταχώριση της κατακυρωτικής έκθεσης στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου. Δικαίωμα ανακοπής δεν παρέχεται στον οφειλέτη, ή στους πιστωτές που συμμετείχαν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.
- Σε περίπτωση οφειλετών που έχουν μεταβιβάσει ακίνητα εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών από την υποβολή της αίτησης στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, εάν με τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου αναγνωριστεί η μεταβίβαση ως καταδολιευτική και διαταχθεί η διάρρηξη της μεταβίβασης, το ακίνητο που επιστρέφει στην κυριότητα του αιτούντος, ρευστοποιείται με τη διαδικασία των παρ. 7 έως 12.».
- Εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 4738/2020, περί υπογραφής και μορφών συμβάσεων αναδιάρθρωσης, κατά παρέκκλιση της περ. δ) της παρ. 3 του άρθρου 7 του ίδιου νόμου, σε οφειλέτες που αθέτησαν προηγούμενη σύμβαση εξωδικαστικού μηχανισμού λόγω μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 27 του ν. 4738/2020, καθώς και κατά παρέκκλιση της υποπερ. 2 της περ. α) του άρθρου 22 του ίδιου νόμου. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το τέταρτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 14 του ν. 4738/2020. Ομοίως, η παρούσα εφαρμόζεται και σε οφειλέτες, που έχουν ζητήσει κατά το παρελθόν την υπαγωγή τους στον ν. 3869/2010 (Α΄ 130), υπό την επιφύλαξη των περ. β) και δ) της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4738/2020.
Άρθρο 14
Αναγνώριση ισχύος εκτελεστού τίτλου στη σύμβαση αναδιάρθρωσης του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών – Προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 27 του ν. 4738/2020
Στο άρθρο 27 του ν. 4738/2020 (Α΄ 207), περί αθέτησης της σύμβασης αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη και καταγγελίας από καταλαμβανόμενο πιστωτή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2, αα) μετά τις λέξεις «που είχαν πριν» προστίθεται η λέξη «από», αβ) μετά τις λέξεις «τη σύμβαση αναδιάρθρωσης,» προστίθενται οι λέξεις «οι οποίες,», αγ) οι λέξεις «ενώ τις καθιστούν ληξιπρόθεσμες και άμεσα απαιτητές» αντικαθίστανται από τις λέξεις «καθίστανται άμεσα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και συνεχίζουν να εκτοκίζονται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης», β) προστίθενται παρ. 3 έως 5, και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 27 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 27
Αθέτηση της σύμβασης αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη και καταγγελία από καταλαμβανόμενο πιστωτή
- Αν ο οφειλέτης καταστεί υπερήμερος ως προς καταβολές της σύμβασης αναδιάρθρωσης, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικά είτε την αξία τριών (3) δόσεων είτε την αξία τουλάχιστον του τρία τοις εκατό (3%) του συνολικά οφειλομένου ποσού σύμφωνα με την επιτευχθείσα ρύθμιση, οποιοσδήποτε καταλαμβανόμενος πιστωτής δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Καταγγελία από καταλαμβανόμενο πιστωτή συνεπάγεται την απώλεια της ρύθμισης ως προς τον πιστωτή αυτόν.
- Η απώλεια της ρύθμισης ως προς οποιονδήποτε πιστωτή συνεπάγεται την αναβίωση των απαιτήσεων του πιστωτή αυτού στο ύψος που είχαν πριν από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, οι οποίες, αφαιρουμένων ποσών που τυχόν καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της ρύθμισης, καθίστανται άμεσα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και συνεχίζουν να εκτοκίζονται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Η απώλεια της ρύθμισης ως προς καταλαμβανόμενο πιστωτή δεν ασκεί επίδραση στη νομική θέση των λοιπών καταλαμβανόμενων πιστωτών.
- Η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ. 2 του άρθρου 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182) για το σύνολο των αναφερομένων στην παρ. 2 απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς. Το απόγραφο εκδίδεται ατελώς από τον δικαστή ή τον Πρόεδρο του Μονομελούς Πρωτοδικείου της κατοικίας ή της έδρας του οφειλέτη, στη γραμματεία του οποίου έχει κατατεθεί από οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο πιστωτή η σύμβαση αναδιάρθρωσης. Απόγραφο χορηγείται σε κάθε καταλαμβανόμενο πιστωτή που δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επισπεύδεται κατά το παρόν άρθρο, επιτρέπονται όλα τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται κατά την κείμενη νομοθεσία. Δεν είναι αναγκαία η χορήγηση απογράφου για τη διαδικασία εκποίησης των παρ. 4 έως 14 του άρθρου 14.
- Για το σύνολο των απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς, η σύμβαση αναδιάρθρωσης ως εκτελεστός τίτλος ισχύει τόσο κατά του οφειλέτη όσο και κατά των εγγυητών, συνοφειλετών και ασφαλειοδοτών που έχουν συμβληθεί στη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης επιτρέπει την εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης και προσημείωσης υποθήκης δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 724 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».
- Η παρ. 1 εφαρμόζεται και επί συμβάσεων αναδιάρθρωσης που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ως προς αθετήσεις που επέρχονται μετά την έναρξη ισχύος του.





Αν θέλουμε να νομοθετήσουμε την πραγματική προστασία της πρώτης κατοικίας, τότε αυτή πρέπει να αποσυνδεθεί από τα κριτήρια του επιλέξιμου (ήτοι με όσα ορίζει η παρ. 3 του Ν. 4738/2020) ή τουλάχιστον να αυξηθεί κατά πολύ (τουλάχιστον στο διπλάσιο) το όριο των οφειλών σε χρηματοδοτικούς φορείς (ή έστω το όριο να αφορά το κεφάλαιο). Αν παραμείνει ως έχει και ο αιτών δεν πληροί τα κριτήρια του επιλέξιμου της ως άνω παραγράφου, τότε θα είναι απειροελάχιστες οι περιπτώσεις που τα funds θα δέχονται να υποβάλλουν αντιπρόταση, όπως ορίζει η νέα παρ. 4.
Επιπλέον, θα πρέπει να δίνεται εκ των προτέρων στον αιτούντα η δυνατότητα να επιλέξει αν θα προστατέψει αποκλειστικά την πρώτη κατοικία του (πχ. επιλέγοντας το εικονίδιο με το σπιτάκι στην ακίνητη περιουσία) και θα εκποιηθεί η υπόλοιπη περιουσία ή αν θα εξαιρεθεί της εκποίησης το σύνολο (οπότε προφανώς ο υπολογισμός της δόσης θα γίνεται με το σύνολο της αξίας της περιουσίας του). Για να συμβεί αυτό, το ιδανικό θα ήταν να προκύπτουν δύο συμβάσεις και ο αιτών να επιλέγει αυτήν που επιθυμεί.
Τέλος, σαφώς και θα πρέπει να καταργηθεί άλλως τροποποιηθεί η παρ. 8 του άρθρου 14, καθότι για την προστασία του οφειλέτη θα πρέπει να του επιδίδεται αντίγραφο με επιταγή προς εκτέλεση κατά του οποίου θα μπορεί να στραφεί δικαστικά, μιας και στην ουσία η σύμβαση αναδιάρθρωσης είναι μία συμφωνία μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη και ως τέτοια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται και από τον παρόντα νόμο. Ομοίως θα πρέπει να επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής των άρθρων 933 και 936 ΚΠολΔ, σε αντίθεση με ότι αναγράφει η παρ. 11 του ως άνω άρθρου.
ΣΧΟΛΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ (14) ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ
Ρεαλιστική λύση και για οφειλές άνω των 300.000 ευρώ: περισσότερες δόσεις, άρση κατασχέσεων και οριστική επίλυση φορολογικών διαφορών.
Ως πολίτης και φορολογούμενος που έχει βιώσει στην πράξη τις συνέπειες των υπέρογκων φορολογικών καταλογισμών, προτείνω την ανωτέρω λύση γιατί πιστεύω ότι θα δώσει σε χιλιάδες συμπολίτες μας τη δυνατότητα να τακτοποιήσουν με αξιοπρέπεια και ρεαλισμό τις εκκρεμότητές τους απέναντι στο Δημόσιο. Σήμερα πολλοί οφειλέτες βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε χρέη που, λόγω τόκων και προσαυξήσεων, είναι πρακτικά αδύνατο να εξυπηρετηθούν. Μια βιώσιμη και δίκαιη ρύθμιση δεν θα ωφελήσει μόνο τους πολίτες αλλά και το ίδιο το Δημόσιο, καθώς θα αυξήσει σημαντικά την εισπραξιμότητα και θα οδηγήσει σε οριστική επίλυση χιλιάδων εκκρεμών υποθέσεων. Θεωρώ ότι είναι μια ρεαλιστική πρόταση που συνδυάζει την κοινωνική δικαιοσύνη με το δημόσιο συμφέρον.
Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου αποτελεί θετική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους και της ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης. Ωστόσο, εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζει αποτελεσματικά μία ιδιαίτερη κατηγορία οφειλετών, ήτοι φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν επιβαρυνθεί με εξαιρετικά υψηλές φορολογικές ή τελωνειακές οφειλές κατόπιν καταλογιστικών πράξεων ελέγχου.
Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρχικές οφειλές συχνά επιβαρύνονται επί σειρά ετών με τόκους, προσαυξήσεις και πρόσθετα τέλη, με αποτέλεσμα το συνολικό χρέος να καθίσταται αντικειμενικά μη εξυπηρετήσιμο. Η δυνατότητα ρύθμισης έως 72 δόσεων, παρότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν επαρκεί για την πραγματική επανένταξη των οφειλετών στην οικονομική δραστηριότητα ούτε για την ουσιαστική αύξηση της εισπραξιμότητας των δημοσίων εσόδων.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει αποδείξει ότι χιλιάδες υποθέσεις παραμένουν εκκρεμείς ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, των Διοικητικών Δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας επί μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς το Δημόσιο να εισπράττει ουσιαστικά ποσά και χωρίς οι φορολογούμενοι να μπορούν να επιτύχουν οριστική διευθέτηση των υποθέσεών τους.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται:
1. Η θέσπιση ειδικής ρύθμισης για οφειλές άνω των 300.000 ευρώ που προέρχονται από πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, πράξεις επιβολής προστίμων, τελωνειακούς καταλογισμούς και λοιπές καταλογιστικές πράξεις, με δυνατότητα αποπληρωμής έως 420 μηνιαίες δόσεις.
2. Η πλήρης διαγραφή τόκων, προσαυξήσεων, τόκων εκπρόθεσμης καταβολής και λοιπών επιβαρύνσεων κατά την υπαγωγή στη ρύθμιση, ώστε να καθίσταται δυνατή η αποπληρωμή της βασικής οφειλής και να δημιουργούνται πραγματικά κίνητρα συμμόρφωσης.
3. Η χορήγηση ουσιαστικών κινήτρων πρόωρης εξόφλησης, με σημαντική μείωση της βασικής οφειλής σε περιπτώσεις άμεσης καταβολής σημαντικού ποσοστού αυτής ή αποδοχής 160 δόσεων αντί για 420.
4. Η δυνατότητα υπαγωγής ακόμη και σε υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον της Δ.Ε.Δ., των Διοικητικών Δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, με αντάλλαγμα την παραίτηση από τα σχετικά ένδικα βοηθήματα και μέσα και την οριστική περαίωση της διαφοράς.
5. Η αυτοδίκαιη άρση κατασχέσεων τραπεζικών λογαριασμών και μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης με μόνη την υπαγωγή στη ρύθμιση, ιδίως στις περιπτώσεις μεγάλων καταλογισμών, καθώς η διατήρηση των δεσμεύσεων καθιστά πρακτικά αδύνατη την τήρηση οποιασδήποτε ρύθμισης.
6. Η επέκταση των ευεργετημάτων της ρύθμισης στους νόμιμους εκπροσώπους, διαχειριστές, προέδρους και διευθύνοντες συμβούλους που ευθύνονται αλληλεγγύως για τις ίδιες οφειλές, προκειμένου να αντιμετωπίζεται συνολικά το πρόβλημα της προσωπικής και εταιρικής ευθύνης.
Οι ανωτέρω προτάσεις εναρμονίζονται με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντάγματος), της χρηστής διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης των πολιτών. Παράλληλα εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, καθώς παρέχουν στο Ελληνικό Δημόσιο μια πραγματική δυνατότητα είσπραξης απαιτήσεων οι οποίες σήμερα παραμένουν επί σειρά ετών ανείσπρακτες ή αποτελούν αντικείμενο μακροχρόνιων δικαστικών διενέξεων.
Η υιοθέτηση των προτεινόμενων ρυθμίσεων θα συμβάλει ουσιαστικά στην αύξηση των δημοσίων εσόδων, στη μείωση της δικαστικής ύλης, στην αποσυμφόρηση της Διοίκησης και στην οριστική διευθέτηση χιλιάδων εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, προς όφελος τόσο του Δημοσίου όσο και των πολιτών αφού θα του δίδεται για πρώτη φορά μια πραγματική ευκαιρία να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους χωρίς κανένα ρίσκο του δημοσίου αφού σε περίπτωση που ο συμβιβασμός δεν εξυπηρετηθεί θα ισχύουν τα μέτρα κατάσχεσης.
ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 14 ΠΡΟΤΕΙΝΩ ΤΗΝ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ
5Α. Ειδικώς για οφειλές άνω των 300.000,00€ από καταλογισμό πρόσθετου φόρου προς το Ελληνικό Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που έχουν βεβαιωθεί κατόπιν φορολογικού ή τελωνειακού ελέγχου, ο οφειλέτης δύναται να υπαχθεί σε ειδική ρύθμιση μακροχρόνιας αποπληρωμής έως τριακόσιες εξήντα (360) μηνιαίες δόσεις με ελάχιστες τις 240.
Με την υπαγωγή στην ανωτέρω ρύθμιση διαγράφονται στο σύνολό τους οι τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής και οι προσαυξήσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης της οφειλής.
Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής ποσού ίσου τουλάχιστον με δέκα τοις εκατό (10%) της βασικής οφειλής εντός έξι (6) μηνών από την υπαγωγή στη ρύθμιση, παρέχεται μείωση σαράντα τοις εκατό (40%) επί του υπολειπόμενου ποσού της βασικής οφειλής, το οποίο αναπροσαρμόζεται αναλόγως και εξοφλείται στις εναπομένουσες δόσεις.
Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης αναστέλλονται όλα τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, οι κατασχέσεις εις χείρας τρίτων, οι ποινικές διώξεις για τα ρυθμιζόμενα χρέη και κάθε διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον τηρούνται οι όροι της ρύθμισης.
5Β. Στη ρύθμιση της παρ. 5Α δύνανται να υπαχθούν και οφειλές που αποτελούν αντικείμενο εκκρεμούς διοικητικής ή δικαστικής αμφισβήτησης ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.), των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η υπαγωγή στη ρύθμιση συνεπάγεται αυτοδικαίως παραίτηση από τα ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα ή μέσα. Με αίτηση του οφειλέτη η σχετική διαδικασία δύναται να αναστέλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της ρύθμισης.
Σε περίπτωση πλήρους και εμπρόθεσμης εξόφλησης της ρυθμιζόμενης οφειλής, οι σχετικές φορολογικές και διοικητικές αξιώσεις του Δημοσίου θεωρούνται οριστικά τακτοποιημένες κατά το μέρος που αφορά τα υπαχθέντα ποσά, ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο ευρίσκεται η διοικητική ή δικαστική διαδικασία
5Γ. Ειδικώς για οφειλές νομικών προσώπων προς το Ελληνικό Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που υπάγονται στη ρύθμιση της παρ. 5Α, δικαίωμα υπαγωγής έχει και ο νόμιμος εκπρόσωπος, ο διαχειριστής, ο πρόεδρος ή ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, εφόσον ευθύνεται αλληλεγγύως ή προσωπικώς για τις οφειλές αυτές σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
Στην περίπτωση αυτή, η αίτηση υπαγωγής δύναται να υποβάλλεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο ανεξαρτήτως της οικονομικής αξιολόγησης βιωσιμότητας της εταιρείας ή της προσωπικής του οικονομικής δυνατότητας κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Η αξιολόγηση της δυνατότητας τήρησης της ρύθμισης πραγματοποιείται σε συνεχή βάση καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής, σύμφωνα με τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα που διαμορφώνονται μετά την υπαγωγή.
Για την υπαγωγή στη ρύθμιση απαιτείται παραίτηση από τα εκκρεμή ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν τις υπαγόμενες οφειλές, καθώς και από κάθε συναφή διοικητική ή δικαστική αμφισβήτηση, με την επιφύλαξη δικαιωμάτων που απορρέουν από μεταγενέστερη μεταβολή της νομοθεσίας.
Σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης της ρυθμιζόμενης οφειλής πριν από τη λήξη του συνολικού αριθμού δόσεων, παρέχεται έκπτωση είκοσι τοις εκατό (20%) επί του υπολειπόμενου ανεξόφλητου ποσού, εφόσον αυτό καταβληθεί εφάπαξ. Η έκπτωση εφαρμόζεται κατά τον χρόνο της πρόωρης εξόφλησης και αφαιρείται από το ποσό που απομένει προς καταβολή.
5Δ. Κατ’ εξαίρεση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών που ευθύνονται αλληλεγγύως ή προσωπικώς για φορολογικές οφειλές, δύνανται να υπάγουν σε αυτοτελή ρύθμιση τον αρχικώς καταλογισθέντα κύριο φόρο ή το αρχικώς καταλογισθέν πρόσθετο φορολογικό ποσό, εφόσον αυτό υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.
Η ρύθμιση χορηγείται αυτοδικαίως, χωρίς εισοδηματικά, περιουσιακά ή λοιπά κριτήρια αξιολόγησης και χωρίς έλεγχο πιστοληπτικής ή οικονομικής ικανότητας, με δυνατότητα αποπληρωμής έως εκατόν εξήντα (160) μηνιαίες δόσεις, εφόσον το επιλέξει.
Ως προϋπόθεση υπαγωγής απαιτείται η ανέκκλητη παραίτηση από κάθε εκκρεμές ή μελλοντικό ένδικο βοήθημα, ένδικο μέσο ή διοικητική προσφυγή που αφορά τις υπαγόμενες οφειλές.
Με την υπαγωγή στη ρύθμιση διαγράφονται αυτοδικαίως και στο σύνολό τους όλοι οι τόκοι, οι προσαυξήσεις, οι τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής, τα πρόσθετα τέλη και κάθε άλλη συναφής επιβάρυνση που έχει επιβληθεί επί της βασικής οφειλής μέχρι τον χρόνο υπαγωγής.
Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης αναστέλλονται όλα τα μέτρα διοικητικής εκτέλεσης, οι κατασχέσεις, οι δεσμεύσεις λογαριασμών, οι εγγραφές υποθηκών και κάθε διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης για τις υπαγόμενες οφειλές, εφόσον τηρούνται οι όροι της ρύθμισης.
Η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν εξαρτάται από προηγούμενη απόρριψη ή αποδοχή αιτήματος στον εξωδικαστικό μηχανισμό, ούτε από την ύπαρξη εκκρεμούς δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας.
Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης αναστέλλονται όλα τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, οι κατασχέσεις εις χείρας τρίτων, οι ποινικές διώξεις για τα ρυθμιζόμενα χρέη και κάθε διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον τηρούνται οι όροι της ρύθμισης.
H ρύθμιση αυτή να έχει και αναδρομική ισχύ και χωρίς προϋποθέσεις /αγκάθια, ώστε να δίδεται σε όλους η δυνατότητα να μπορούν όλοι να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους.
*Επιπλέον
Προτεινόμενη προσθήκη διάταξης:
«Σε περίπτωση θανάτου οφειλέτη που έχει υπαχθεί σε ρύθμιση μακροχρόνιας αποπληρωμής (έως 420 δόσεων), να παρέχεται στους νόμιμους κληρονόμους το δικαίωμα συνέχισης της ρύθμισης με τους ίδιους όρους, εφόσον αποδεχθούν την κληρονομιά. Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομιάς από όλους τους κληρονόμους, τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο της ρύθμισης να περιέρχονται στο Δημόσιο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί σχολάζουσας κληρονομίας, χωρίς να καταπίπτει αυτοδικαίως η ρύθμιση πριν ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία.»
Αιτιολογία:
«Η πρόβλεψη αυτή διασφαλίζει τη συνέχεια των ρυθμίσεων, προστατεύει την οικογενειακή περιουσία από αιφνίδια απώλεια λόγω θανάτου του οφειλέτη και παρέχει ασφάλεια δικαίου στους κληρονόμους, οι οποίοι θα μπορούν να επιλέξουν εάν επιθυμούν να αναλάβουν τόσο τα δικαιώματα όσο και τις υποχρεώσεις της ρύθμισης.»
ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΩ ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΕΘΕΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΕΝ ΛΟΓΩ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑ .
ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ Η ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΣΤΩΤΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΑΝΑΛΗΘΟΥΣ Ή ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ , ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ ΤΙΜΗΣ ΜΕΣΩ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ( ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΑΦIΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΗ ΠΡΟAIΡEΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΗ Ή SERVICER). ΑΥΤΟ ΘΑ ΕΜΠΟΔΙΣΕΙ ΤΗΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑΝ ΕΛΕΓΧΟ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ , ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΜΕΤΡΑ ΥΨΗΛΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗ. ΣΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ Ο ΠΙΣΤΩΤΗΣ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΜΕΣΩ ΠΛΗΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ , ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙ ΥΨΗΛΟΤΕΡΗ ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΤΡΕΨΕΙ ΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ. ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ , ΕΝΑΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΒΕΒΛΗΜΕΝΟΣ. ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ Η ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΝΑ ΡΥΘΜΙΣΕΙ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΥΨΗΛΩΝ ΑΞΙΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΩΣ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΧΤΟΥΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΜΕ ΥΨΗΛΕΣ ΑΞΙΕΣ ΔΙΟΤΙ ΑΥΤΟ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΛΟΓΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ
Η προτεινόμενη διάταξη κινείται σε ιδιαίτερα θετική κατεύθυνση, καθώς αποκαθιστά τη δυνατότητα επανένταξης οφειλετών που απώλεσαν προηγούμενη σύμβαση εξωδικαστικού μηχανισμού λόγω αθέτησης καταβολής δόσεων.
Για λόγους ασφάλειας δικαίου και ομοιόμορφης εφαρμογής της διάταξης από την πλατφόρμα της ΕΓΔΙΧ, τους χρηματοδοτικούς φορείς και τους διαχειριστές απαιτήσεων, προτείνεται να διευκρινιστεί ρητά στο κείμενο του νόμου ή στην αιτιολογική έκθεση ότι:
α) η δυνατότητα επανυποβολής αίτησης καταλαμβάνει και φυσικά πρόσωπα που είχαν συνάψει σύμβαση εξωδικαστικού μηχανισμού του ν. 4738/2020, η οποία κατέπεσε ή καταγγέλθηκε λόγω μη καταβολής δόσεων σύμφωνα με το άρθρο 27,
και
β) η νέα αίτηση δύναται να υποβληθεί γενικά στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού και δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις ειδικές ρυθμίσεις προστασίας κύριας κατοικίας.
Η ανωτέρω αποσαφήνιση κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική για οφειλέτες που προσέφυγαν εγκαίρως στον εξωδικαστικό μηχανισμό κατά τα πρώτα στάδια εφαρμογής του, σε περίοδο κατά την οποία το πλαίσιο λειτουργίας, οι όροι ρύθμισης και η πρακτική εφαρμογή από χρηματοδοτικούς φορείς και διαχειριστές απαιτήσεων παρουσίαζαν σημαντικές δυσχέρειες ως προς τη βιωσιμότητα των προτάσεων ρύθμισης.
Για τον λόγο αυτό, η δυνατότητα μίας τελευταίας επανένταξης για οφειλέτες που είχαν ήδη επιτύχει σύμβαση αλλά αδυνατούσαν μεταγενέστερα να την τηρήσουν, υπηρετεί ουσιαστικά τον σκοπό της πραγματικής «δεύτερης ευκαιρίας» που επιδιώκει ο ν. 4738/2020, συμβάλλοντας παράλληλα στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους και στην προστασία της κύριας κατοικίας.
Με τον νέο εξώδικαστικο θα προστατευεται ο συνοφειλετης που είναι ήδη στο νόμο Κατσέλη και του ανήκει το 50% της μοναδικής και πρώτης κατοικίας;; ή θα πρέπει να συναινέσει και να χάσει τη δική του ρύθμιση; ποιος προστατεύει τον πολίτη αν παραιτηθεί από κάθε ενδικο μέσο για τη διάσωση της κατοικίας του;
Επί του άρθρου 14 του σχεδίου (αναγνώριση ισχύος εκτελεστού τίτλου στη σύμβαση αναδιάρθρωσης, προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 27 του ν. 4738/2020), ως προς τους εγγυητές και συνοφειλέτες.
Η συζήτηση επί του άρθρου 14 έχει επικεντρωθεί, ορθώς, στη μετατροπή της σύμβασης αναδιάρθρωσης σε εκτελεστό τίτλο και στον περιορισμό της δικονομικής άμυνας του οφειλέτη. Παραμένει όμως υποεκτιμημένη μια διάσταση με ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις: η επέκταση της εκτελεστότητας κατά των εγγυητών, συνοφειλετών και ασφαλειοδοτών που έχουν συμβληθεί.
Στη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, εγγυητές των εταιρικών οφειλών είναι κατά κανόνα οι ίδιοι οι εταίροι ή διαχειριστές, ως φυσικά πρόσωπα. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποκτά ισχύ εκτελεστού τίτλου κατά την περ. ζ) της παρ. 2 του άρθρου 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας όχι μόνο κατά της οφειλέτριας επιχείρησης αλλά και κατά των προσώπων αυτών, και επιτρέπει μάλιστα την εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης και προσημείωσης υποθήκης εις βάρος τους.
Από αυτό προκύπτουν δύο ζητήματα.
Πρώτον, ζήτημα ουσιαστικής άμυνας. Ο εγγυητής φέρει κατά κανόνα ιδιαίτερες ενστάσεις κατά το δίκαιο της εγγύησης (ιδίως άρθρα 853 επ. ΑΚ), ως προς την έκταση και την ισχύ της εγγύησης. Με δεδομένο ότι εκτελεστός τίτλος καθίσταται η ίδια η σύμβαση, χωρίς να προηγείται τίτλος που να βεβαιώνει την ευθύνη του εγγυητή, οι ενστάσεις αυτές μετατίθενται στο στάδιο μετά την έναρξη της εκτέλεσης. Ναι μεν επιτρέπονται κατά της εκτέλεσης τα ένδικα βοηθήματα της κείμενης νομοθεσίας, πλην όμως ο εγγυητής αμύνεται εκ των υστέρων, αφού έχει ήδη εκκινήσει η αναγκαστική εκτέλεση ή η εγγραφή εξασφαλίσεων εις βάρος του.
Δεύτερον, ζήτημα προβλεψιμότητας για την αναδιάρθρωση. Αν η συμμετοχή στη ρύθμιση μετατρέπει αυτομάτως την έκθεση του εγγυητή σε άμεσα εκτελεστό τίτλο, οι εταίροι και διαχειριστές ενδέχεται να αποθαρρύνονται από το να στηρίξουν την εξυγίανση της επιχείρησής τους, αποτέλεσμα αντίθετο προς τον σκοπό του μηχανισμού, ή να κατευθύνονται προς διαδικασίες εξυγίανσης ή πτώχευσης.
Προτείνονται τα εξής:
1. Να διασαφηνιστεί ότι η ισχύς της σύμβασης ως εκτελεστού τίτλου κατά εγγυητών, συνοφειλετών και ασφαλειοδοτών δεν θίγει τις ουσιαστικές ενστάσεις που αυτοί διαθέτουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο και να προβλεφθεί δικονομικός χώρος προβολής τους.
2. Να προβλεφθεί ρητή και διακριτή ενημέρωση του εγγυητή, κατά την υπογραφή, για τη συνέπεια της άμεσης εκτελεστότητας εις βάρος του, ώστε η συναίνεσή του να είναι πλήρως ενημερωμένη.
ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 ΤΗΣ ΠΡΟΩΘΟΥΜΕΝΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕΣΩ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΥΠΟΛΟΙΠΗΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ , ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΦΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΕΘΕΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ , ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΤΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΑΥΤΗ ΣΕ ΚΑΘΕ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ ΤΟΣΟ ΣΕ ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ, ΕΦΟΣΟΝ ,ΟΠΩΣ ΠΡΟΑΝΑΦΕΡΑΜΕ , ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΤΟΝ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΛΟΙΠΗΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΤΩΝ ΧΡΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΤΟΥ.ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΦΘΕΙ, ΟΤΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΣΟ ΤΗΣ ΜΗΝΙΑΙΑΣ ΔΟΣΗΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΞΑΧΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΤΥΠΟ-ΑΛΓΟΡΙΘΜΟ ΚΑΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ , ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΑΠΟΔΕΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ,ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΧΡΕΟΣ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΠΟΥ ΘΑ ΟΔΗΓΕΙΤΑΙ ΣΕ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕΣΩ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ Η ΟΦΕΙΛΗ ΝΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ , ΤΟ ΔΕ ΥΠΕΡΒΑΛΛΟΝ ΠΟΣΟ ΤΗΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ ΝΑ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ,ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΛΛΩΣΤΕ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΥΑΛΩΤΩΝ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ.
ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΜΕ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΛΟΙΠΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΟΤΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ ΘΑ ΕΧΕΙ ΚΑΘΕ ΦΥΣΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΠΟΣΟΥ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ , ΤΡΑΠΕΖΕΣ, FUNDS , SERVICES ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ,ΑΦΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ , ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΔΙΑΣΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΟΥ.ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΦΘΕΙ , ΟΤΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΣΟ ΠΟΥ ΘΑ ΕΞΑΧΘΕΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΧΕΤΙΚΟ ΤΥΠΟ-ΑΛΓΟΡΙΘΜΟ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΜΗΝΙΑΙΩΣ Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ , ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΑΠΟΔΕΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ , ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΕΑΝ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΕΧΕΙ ΚΑΛΗΦΘΕΙ ΤΟ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ,ΟΠΩΣ ΑΛΛΩΣΤΕ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΥΑΛΩΤΕΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ . ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΘΑ ΕΧΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΤΥΧΕΙ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΗ , ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ Η ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ.
Πρέπει να προβλευτεί στον νόμο που η περίπτωση που οι services δεν αναεβάζουν εγκαίρως τις οφειλές αυτών που αιτούνται ένταξη στον εξωδικαστικό. Τις περισσότερες φορές ακόμα και μετά από αίτημα διόρθωσης η καθυστέρηση είναι πολλές ημέρες, ακόμα και πολλούς μήνες, πολλές φορές. Το πρόστιμο εναντίον τους δεν είναι λύση. Λύση είναι οι μετά πολλλές οχλήσεις (εξώδικα κλπ) να χάνεται η δυνατότητα να συνεχίσουν να διατηρούν το χρέος του οφειλέτη.
Η προτεινόμενη προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 27 του ν. 4738/2020 προκαλεί σοβαρό προβληματισμό, διότι μετατρέπει τη σύμβαση αναδιάρθρωσης του εξωδικαστικού μηχανισμού σε αυτοτελή εκτελεστό τίτλο για το σύνολο των απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς και επιτρέπει την έκδοση απογράφου με βάση την κατάθεση της σύμβασης από καταλαμβανόμενο πιστωτή.
Με τον τρόπο αυτό, μία διαδικασία που αρχικά θεσπίστηκε ως μηχανισμός ρύθμισης και αποτροπής της αναγκαστικής εκτέλεσης κινδυνεύει να μετατραπεί, μετά την απώλεια της ρύθμισης, σε μηχανισμό επιτάχυνσης της εκτέλεσης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή δικονομικό αλλα και ζήτημα ισορροπίας του εξωδικαστικού μηχανισμού: ο οφειλέτης προσέρχεται σε μια διαδικασία ρύθμισης με την προσδοκία αποφυγής αναγκαστικών μέτρων, αλλά η ίδια σύμβαση μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί ως βάση άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η ρύθμιση δημιουργεί επίσης σημαντικό κίνδυνο μεταφοράς του ουσιαστικού ελέγχου σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή αφού έχει ήδη αρχίσει η αναγκαστική εκτέλεση. Η αναφορά ότι κατά της εκτέλεσης επιτρέπονται τα ένδικα βοηθήματα της κείμενης νομοθεσίας δεν αίρει τον προβληματισμό, διότι η δικαστική προστασία εμφανίζεται κυρίως εκ των υστέρων, όταν ο οφειλέτης βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με επιταγή, κατάσχεση ή άλλες πράξεις εκτέλεσης.
Ιδίως σε περιπτώσεις πολλών πιστωτών, εγγυητών, συνοφειλετών, μεταβιβασμένων απαιτήσεων και απαιτήσεων υπό διαχείριση, η άμεση εκτελεστότητα της σύμβασης αναδιάρθρωσης μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές πρακτικές αμφισβητήσεις ως προς το ποιος εκτελεί, για ποιο ποσό, με ποια βάση και έναντι ποιων προσώπων. Οι αμφισβητήσεις αυτές δεν πρέπει να ανακύπτουν για πρώτη φορά στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η προτεινόμενη διάταξη, όπως είναι διατυπωμένη, μεταβάλλει ουσιωδώς τη λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού και ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για οφειλέτες που σκέφτονται να ενταχθούν σε ρύθμιση. Αν η σύμβαση αναδιάρθρωσης καταστεί, σε περίπτωση αθέτησης, άμεσο εργαλείο εκτέλεσης υπέρ των χρηματοδοτικών φορέων, ο μηχανισμός χάνει μέρος του συναινετικού και εξυγιαντικού του χαρακτήρα και αποκτά χαρακτηριστικά προεκτελεστικής δέσμευσης του οφειλέτη.
Για τους λόγους αυτούς, η προτεινόμενη παρ. 3 πρέπει να επανεξεταστεί, διότι δημιουργεί κίνδυνο υπέρμετρης επιτάχυνσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, επιβαρύνει δυσανάλογα τον οφειλέτη με την ανάγκη εκ των υστέρων άμυνας και μεταβάλλει τον εξωδικαστικό μηχανισμό από εργαλείο ρύθμισης οφειλών σε δυνητικό μηχανισμό ταχείας εκτέλεσης υπέρ των χρηματοδοτικών φορέων.
Περαιτέρω, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική λειτουργία της αγοράς μετά την υπογραφή συμβάσεων αναδιάρθρωσης μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. Στην πράξη, μετά την αποδοχή της ρύθμισης, πολλοί οφειλέτες δεν λαμβάνουν εγκαίρως σαφές και πλήρες δοσολόγιο, δεν ενημερώνονται με ενιαίο και κατανοητό τρόπο για τον ακριβή τρόπο πληρωμής, τον αρμόδιο φορέα είσπραξης, τον κωδικό πληρωμής, την καταχώριση των καταβολών τους ή την ακριβή ημερομηνία από την οποία μία καθυστέρηση θεωρείται κρίσιμη για την απώλεια της ρύθμισης. Η αδιαφάνεια αυτή είναι ήδη σοβαρό πρόβλημα· με την προτεινόμενη διάταξη όμως αποκτά πολλαπλάσια βαρύτητα, διότι η ίδια η σύμβαση μπορεί να οδηγήσει απευθείας σε εκτέλεση.
Η ρύθμιση ενισχύει υπέρμετρα τη θέση των χρηματοδοτικών φορέων και των εταιρειών διαχείρισης, σε ένα πεδίο όπου ο οφειλέτης βρίσκεται ήδη σε ουσιωδώς ασθενέστερη πληροφοριακή και διαπραγματευτική θέση. Όταν ο οφειλέτης δεν έχει σαφή εικόνα για το εάν οι πληρωμές του έχουν ορθά καταχωρισθεί, για το ποιο υπόλοιπο εμφανίζεται ως ληξιπρόθεσμο ή για το πώς υπολογίζεται η φερόμενη καθυστέρηση, η άμεση μετατροπή της σύμβασης σε εκτελεστό τίτλο δημιουργεί εύλογο κίνδυνο καταχρηστικής ή τουλάχιστον δυσανάλογης ενεργοποίησης αναγκαστικών μέτρων.
Ήδη επισημαίνεται ότι, μετά την απώλεια της ρύθμισης, το χρέος επανέρχεται στο προ της σύμβασης ύψος, αφαιρουμένων των καταβολών, και καθίσταται άμεσα απαιτητό, ενώ οι πιστωτές θα μπορούν να κινηθούν άμεσα για απόγραφο και εκτέλεση. Επίσης, έχει ήδη αναδειχθεί ως πρακτικός κίνδυνος η ύπαρξη λαθών στον υπολογισμό της οφειλής, η προσθήκη καταχρηστικών τόκων ή η μη ορθή αφαίρεση ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί από τον οφειλέτη.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η προτεινόμενη διάταξη κινδυνεύει να μετατρέψει τον εξωδικαστικό μηχανισμό από εργαλείο ρύθμισης και αποσυμφόρησης σε εργαλείο αιφνιδιαστικής πίεσης. Ο οφειλέτης, αντί να έχει απέναντί του μία διαφανή και λειτουργική διαδικασία παρακολούθησης της ρύθμισης, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με επιταγή προς εκτέλεση, κατάσχεση ή πλειστηριασμό, χωρίς να έχει προηγουμένως κατανοήσει πώς προέκυψε η απώλεια της ρύθμισης ή πώς υπολογίσθηκε το ποσό που εκτελείται.
Για τον λόγο αυτό, η διάταξη, όπως προτείνεται, δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο καταχρηστικής αξιοποίησης από χρηματοδοτικούς φορείς και servicers, ιδίως σε περιβάλλον ελλιπούς ενημέρωσης, αδιαφανούς παρακολούθησης πληρωμών και συχνών πρακτικών δυσλειτουργιών μετά την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Η μεταφορά όλων αυτών των αμφισβητήσεων στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης επιβαρύνει δυσανάλογα τον οφειλέτη και υπονομεύει τον ίδιο τον σκοπό του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Σύντομη κριτική αποτίμηση των υπό διαβούλευση άρθρων για τις αλλαγές στον εξωδικαστικό μηχανισμό
Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις εμφανίζονται ως μέτρα διεύρυνσης και βελτίωσης του εξωδικαστικού μηχανισμού αλλά στην πραγματικότητα μετατρέπουν τον εξωδικαστικό σε μηχανισμό ταχείας ρευστοποίησης περιουσίας και παραγωγής εκτελεστών τίτλων υπέρ των χρηματοδοτικών φορέων.
Ειδικότερα.
Άρθρο 12 του Σχεδίου – Μείωση κατώτατου ορίου υπαγωγής
Το άρθρο 12 μειώνει το κατώτατο όριο οφειλών για την υπαγωγή στον εξωδικαστικό από 10.000 σε 5.000 ευρώ. Κατ’ αρχήν, η ρύθμιση αυτή είναι θετική καθώς περισσότεροι οφειλέτες αποκτούν πρόσβαση στον μηχανισμό. Ωστόσο, δεν μπορεί να αξιολογηθεί απομονωμένα καθότι ο εξωδικαστικός συνδέεται πλέον με ρήτρες εκποίησης ακινήτων, εκτελεστότητα της σύμβασης αναδιάρθρωσης και περιορισμό των δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών και έτσι διευρύνεται η περίμετρος των οφειλετών που θα εισέρχονται σε έναν μηχανισμό ο οποίος θα λειτουργεί και ως ένας μηχανισμός απώλειας περιουσίας.
Άρθρο 13 – Διάσωση κύριας κατοικίας με εκποίηση λοιπών ακινήτων
Το άρθρο 13 προβλέπει ότι οι πιστωτές μπορούν να υποβάλουν αντιπρόταση που περιλαμβάνει εκποίηση των λοιπών ακινήτων του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας, «σε όποια έκταση απαιτείται» για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων. Η εκποίηση αυτή αναγράφεται ως όρος στη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Η διάταξη αλλάζει τη φύση της προστασίας της κύριας κατοικίας καθότι η κατοικία δεν προστατεύεται επειδή αναγνωρίζεται ως κοινωνικό αγαθό αλλά επειδή ο οφειλέτης αποδέχεται τη ρευστοποίηση της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του.
Το σοβαρότερο, όμως, είναι η διαδικασία εκποίησης. Αυτή ξεκινά με πρωτοβουλία του χρηματοδοτικού φορέα που έχει την υψηλότερη ενυπόθηκη απαίτηση ή, αν δεν υπάρχει ενυπόθηκος, αυτού που έχει την υψηλότερη απαίτηση. Ο δικαστικός επιμελητής ενεργεί με βάση αντίγραφο της σύμβασης αναδιάρθρωσης που εξάγεται από την πλατφόρμα. Η προτεινόμενη ρύθμιση αποκλείει ρητά βασικά δικονομικά μέσα άμυνας. Δεν εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 954 ΚΠολΔ, δηλαδή η δυνατότητα διόρθωσης της έκθεσης, της εκτίμησης και της τιμής πρώτης προσφοράς. Δεν επιτρέπεται ανακοπή κατά τα άρθρα 933 και 936 ΚΠολΔ. Δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 937, 938, 1000, 1018 και 1019 ΚΠολΔ. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο οφειλέτης στερείται της δυνατότητας να αμφισβητήσει ουσιαστικές και διαδικαστικές πλημμέλειες της εκποίησης, την τιμή πρώτης προσφοράς, την περιγραφή του ακινήτου, τον τρόπο επίσπευσης, ακόμη και κρίσιμα ζητήματα εγκυρότητας της διαδικασίας.
Η εκποίηση ακινήτων αποσπάται από τον κανονικό δικαστικό έλεγχο και μετατρέπεται σε ιδιωτικά οργανωμένη διαδικασία, με ελάχιστες εγγυήσεις για τον οφειλέτη. Με αυτό τον τρόπο η διαδικασία προσομοιάζει με fast track πλειστηριασμό χωρίς πλήρη δικονομική προστασία.
Άρθρο 14 — Η σύμβαση αναδιάρθρωσης ως εκτελεστός τίτλος
Το άρθρο 14 προβλέπει ότι η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΠολΔ για το σύνολο των απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς. Το απόγραφο εκδίδεται ατελώς από τον δικαστή ή τον Πρόεδρο του Μονομελούς Πρωτοδικείου, μετά την κατάθεση της σύμβασης από οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο πιστωτή. Προβλέπεται επίσης ότι η σύμβαση ισχύει ως εκτελεστός τίτλος όχι μόνο κατά του οφειλέτη αλλά και κατά εγγυητών και συνοφειλετών που έχουν συμβληθεί, ενώ επιτρέπει και εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης και προσημείωσης υποθήκης.
Η σύγκριση της προτεινόμενης ρύθμισης με το κοινό δικονομικό δίκαιο είναι αποκαλυπτική. Κατά το άρθρο 904 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση επιτρέπεται μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου. Οι εκτελεστοί τίτλοι είναι, μεταξύ άλλων, δικαστικές αποφάσεις, διαταγές πληρωμής, συμβολαιογραφικά έγγραφα και πράξεις που αναγνωρίζονται από τον νόμο ως εκτελεστοί τίτλοι. Όμως κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες διαθέτει αντισταθμιστικές εγγυήσεις. Η διαταγή πληρωμής προϋποθέτει δικαστικό έλεγχο εγγράφων. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο προϋποθέτει αυξημένο τύπο, βεβαίωση δικαιοπρακτικής βούλησης, συγκεκριμένη και εκκαθαρισμένη παροχή. Το πρακτικό διαμεσολάβησης αποκτά εκτελεστότητα μετά από διαδικασία με διαμεσολαβητή, υπογραφή μερών και νομικών παραστατών, κατάθεση στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου και μόνο εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ανάλογο παράδειγμα υπάρχει και στο δίκαιο εξυγίανσης επιχειρήσεων αλλά εκεί η συμφωνία εξυγίανσης υπόκειται σε δικαστική επικύρωση, με έλεγχο προϋποθέσεων, βιωσιμότητας, μη χειροτέρευσης της θέσης πιστωτών και θεσμική παρέμβαση δικαστηρίου. Η εκτελεστότητα προκύπτει από την απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία.
Συνεπώς, υπάρχουν μεν στο αστικό και δικονομικό δίκαιο παραδείγματα εξώδικων ή συμβατικών συμφωνιών που αποκτούν εκτελεστότητα, αλλά δεν υπάρχει συγκρίσιμο παράδειγμα όπου μια «πλατφορμική» σύμβαση ρύθμισης, καταρτισμένη μέσα σε καθεστώς έντονης οικονομικής ανάγκης και διαπραγματευτικής ασυμμετρίας, μετατρέπεται ταυτόχρονα σε εκτελεστό τίτλο για άμεση εκποίηση ακινήτων και σε αποκλεισμό της βασικής άμυνας του οφειλέτη.
Εν τέλει, το άρθρο 12 ανοίγει την πόρτα του εξωδικαστικού σε περισσότερους οφειλέτες, το άρθρο 13 εντάσσει στον εξωδικαστικό τη δυνατότητα εκποίησης ακινήτων με σημαντικό περιορισμό της δικονομικής άμυνας του οφειλέτη και το άρθρο 14 δίνει στη σύμβαση αναδιάρθρωσης ισχύ εκτελεστού τίτλου και επιτρέπει στους πιστωτές να κινηθούν χωρίς να απαιτείται προηγουμένως η έκδοση διαταγής πληρωμής ή δικαστικής απόφασης.
Και έτσι ο εξωδικαστικός αλλάζει χαρακτήρα και από διαδικασία συναινετικής ρύθμισης μετατρέπεται, ιδίως για τους χρηματοδοτικούς φορείς, σε προστάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης.