ΜΕΡΟΣ Δ’ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ (Άρθρα 50-57)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 50
Μεταβατική διάταξη σχετικά με την επαναφορά της εισήγησης στον Άρειο Πάγο – Τροποποίηση παρ. 8 άρθρου 126 ν. 5221/2025

Η παρ. 8 του άρθρου 126 του ν. 5221/2025 (Α’ 133), περί μεταβατικών διατάξεων, αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Το άρθρο 46 εφαρμόζεται και για τις αιτήσεις αναίρεσης που κατατίθενται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος και για τις οποίες προσδιορίστηκε ή θα προσδιοριστεί δικάσιμος από τη 16η.9.2026 και έπειτα.».

Άρθρο 51

Προσβολή αποφάσεωνπολιτικών δικαστηρίων με αναίρεση – Τροποποίηση άρθρων 552 και 560 ΚώδικαΠολιτικής Δικονομίας

1. Στο άρθρο 552 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί των προσβαλλόμενων με αναίρεση αποφάσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η υφιστάμενη μόνη παράγραφος αριθμείται ως παρ. 1, β) προστίθεται παρ. 2 και το άρθρο 552 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 552

1. Με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων.

2. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν το ποσό που επιδικάζεται για τη διαφορά που άγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι κατώτερο των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ή των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, αν πρόκειται για εργατικές διαφορές, εκτός εάν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Το ποσό της παρούσας μπορεί να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.».

2. Στο εισαγωγικό εδάφιο του άρθρου 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί περιπτώσεων επιτρεπόμενης αναίρεσης, προστίθενται οι λέξεις «με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 552» και το άρθρο 560 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 560

Περιπτώσεις επιτρεπόμενης αναίρεσης

Κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων, που υπάγονται στην παρ. 2 το άρθρου 18, καθώς και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της παρ. 2 του άρθρου 18, επιτρέπεται αναίρεση, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 552, μόνο:

1) αν παραβιάστηκεκανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοίκανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ήξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείραςαποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνωνδικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτόςαναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,

2) αν το δικαστήριοδεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνειδεκτή η εξαίρεση,

3) αν το δικαστήριοδέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν είχε καθ`ύλην αρμοδιότητα,

4) αν παράνομααποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

5) αν το δικαστήριοπαρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψηπράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

6) αν η απόφαση δενέχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίεςαντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τηςδίκης.».

Άρθρο 52
Αίτηση επαναπροσδιορισμού εκκρεμών ανακοπών κατά της εκτέλεσης – Τροποποίηση άρθρων 131 και 133 ν. 5221/2025

  1. Στην παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 5221/2025 (Α’ 133), περί υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού, οι λέξεις «που φιλοξενείται σε υποδομές του Ενιαίου Κυβερνητικού Υπολογιστικού νέφους (G-CLOUD)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που τηρείται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται αποκλειστικά μέσω πλατφόρμας που τηρείται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου και περιλαμβάνει τα εξής:
α) Το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) των διαδίκων και των νόμιμων εκπροσώπων τους. Εφόσον μετέχουν στη διαδικασία νομικά πρόσωπα, αναγράφονται στην αίτηση η εταιρική επωνυμία και ο εταιρικός τύπος, καθώς και η καταστατική έδρα, η διεύθυνση και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου.
β) Τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ανακόπτοντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στην οποία μπορεί να διενεργείται κάθε κοινοποίηση σχετική με τη δίκη της ανακοπής. Αν ο ανακόπτων ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν διαθέτουν διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δηλώνονται στην αίτηση επί ποινή απαραδέκτου αντίκλητος και η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του τελευταίου, στην οποία διενεργείται το σύνολο των κοινοποιήσεων της δίκης.
γ) Τα στοιχεία της εκκρεμούς ανακοπής και, ειδικότερα, τον γενικό και τον ειδικό αριθμό κατάθεσής της, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα και τον αριθμό κατάθεσης ενδιάμεσων κλήσεων, που έχουν κατατεθεί και αφορούν στην αρχική ανακοπή.
δ) Το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αναβολών και ματαιώσεων που έχουν μεσολαβήσει, καθώς και προσωρινών διαταγών ή αποφάσεων αναστολής που έχουν χορηγηθεί.».

2. Στο άρθρο 133 του ν. 5221/2025, περί επίδοσης αίτησης επαναπροσδιορισμού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 3, αα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «που έχουν δηλώσει» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που έχει καταχωριστεί από τους ιδίους», αβ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) προστίθεται παρ. 3Α, γ) η παρ. 4 αντικαθίσταται, δ) προστίθεται παρ. 4Α και το άρθρο 133 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 133
Επίδοση αίτησης επαναπροσδιορισμού

  1. Η αίτηση μαζί με την πράξη κατάθεσης κοινοποιούνται προς τον ανακόπτοντα και τους λοιπούς διαδίκους της παρ. 2 του άρθρου 131 με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
  2. Πρόσωπα εμπλεκόμενα σε δίκη περί την εκτέλεση του παρόντος υπό οποιαδήποτε ιδιότητα έχουν δικαίωμα να εγγραφούν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της παρ. 1 του άρθρου 131 και να δηλώσουν τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των ιδίων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων ή αντικλήτων τους, στην οποία επιθυμούν τη διενέργεια των επιδόσεων από την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 141.
  3. Οι επιδόσεις προς τους διαδίκους που έχουν την ιδιότητα του τραπεζικού ιδρύματος, της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικού φορέα εν γένει, ασφαλιστικής εταιρείας, του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού, ενεργούνται αποκλειστικά με την ηλεκτρονική διαβίβαση της αίτησης και των προσαρτημάτων της στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχει καταχωριστεί από τους ιδίους. Το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περιλαμβάνει ταυτόχρονη πρόσκληση να εισέλθει εκπρόσωπος του φορέα στην πλατφόρμα για επιβεβαίωση της λήψης και ενημέρωση ότι σε περίπτωση μη εισόδου το αργότερο εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την αποστολή του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τεκμαίρεται ότι έχει λάβει γνώση.
    3Α. Για τα φυσικά πρόσωπα που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και εγγράφηκαν στην πλατφόρμα σύμφωνα με την παρ. 2, αποστέλλεται ειδοποίηση μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή SMS και η αίτηση και τα προσαρτήματά της επιδίδονται στην ηλεκτρονική Θυρίδα Πολίτη στην Πύλη «gov.gr». Για τα νομικά πρόσωπα, εκτός από αυτά του πρώτου εδαφίου της παρ. 3, που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και εγγράφηκαν στην πλατφόρμα σύμφωνα με την παρ. 2, αποστέλλεται ειδοποίηση μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περιλαμβάνει ταυτόχρονη πρόσκληση να εισέλθει εκπρόσωπος του νομικού προσώπου στην πλατφόρμα για επιβεβαίωση της λήψης και ενημέρωση ότι σε περίπτωση μη εισόδου το αργότερο εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την αποστολή του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τεκμαίρεται ότι έχει λάβει γνώση.
  4. Ο αιτών μπορεί να ενεργήσει την κοινοποίηση της αίτησης και σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) σε όσα πρόσωπα εμπλέκονται σε δίκη ανακοπής υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, ιδίως όταν δεν δηλώθηκε στην αίτηση επαναπροσδιορισμού διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή Αριθμός Φορολογικού Μητρώου. Οι εκθέσεις για τη διενέργεια των επιδόσεων σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναρτώνται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα με επιμέλεια του επισπεύδοντος την επίδοση εντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης.
    4Α. Για όσες κοινοποιήσεις ενεργούνται με ηλεκτρονικά μέσα, εκδίδεται αυτόματα ηλεκτρονική βεβαίωση μέσω της πλατφόρμας και επέχει θέση έκθεσης επίδοσης. Το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση τεκμαίρεται ότι αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίησή της, εκτός εάν το πρόσωπο αυτό αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης.
  5. Εφόσον η αίτηση επαναπροσδιορισμού δεν έχει κοινοποιηθεί με ηλεκτρονικά μέσα ή σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα.
  6. Εφόσον συντρέχει περίπτωση διενέργειας επίδοσης στην αλλοδαπή, ο χρόνος συντέλεσης αυτής ως προς τον επισπεύδοντα την επίδοση καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του Κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου (L 324), το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.».

Άρθρο 53
Αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη

  1. Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, επί ακινήτου για το οποίο έχει καταχωρισθεί στο Κτηματολόγιο ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», ο ενάγων υποχρεούται, πριν από την κατάθεση της αγωγής, να προσφύγει σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ενώπιον πιστοποιημένου κτηματολογικού διαμεσολαβητή, καλώντας το Ελληνικό Δημόσιο να συμμετάσχει. Η παράλειψη της υποχρεωτικής προσπάθειας διαμεσολάβησης του πρώτου εδαφίου συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής.
  2. Εφόσον κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλει εμπράγματα δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, τα μέρη δύνανται να καταρτίσουν πρακτικό διαμεσολάβησης, κατά το άρθρο 8 του ν. 4640/2019 (Α’ 190), διά του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη προβολής εμπράγματων δικαωμάτων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες.

Ακολούθως, ο διαμεσολαβητής, αφού διαπιστώσει, έπειτα από προσκόμιση του ενάγοντος, την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος λόγω έκτακτης χρησικτησίας, επισυνάπτει τα αποδεικτικά αυτά στο πρακτικό διαμεσολάβησης και κάνει σχετική αναφορά. Το πρακτικό διαμεσολάβησης καταχωρίζεται αμελλητί στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο με επισυναπτόμενα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης. Ως αναφερόμενη αιτία κτήσης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται η έκτακτη χρησικτησία.
Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να διαπιστώσει την ύπαρξη, ιδίως, των κάτωθι αποδεικτικών στοιχείων:
α) του Εντύπου Ε9,
β) αποδείξεων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας και ύδρευσης στο όνομα του φερόμενου ως ενάγοντος,
γ) μισθωτηρίων συμβολαίων στα οποία ο τελευταίος εμφανίζεται ως εκμισθωτής ή αποδείξεων είσπραξης μισθωμάτων,
δ) δηλώσεων ενώπιον δημόσιων ή φορολογικών αρχών,
ε) οικοδομικής άδειας,
στ) τοπογραφικών διαγραμμάτων βεβαίας χρονολογίας, ιδίως ως προσαρτώμενων σε τίτλους ιδιοκτησίας, συμβολαιογραφικές πράξεις, οικοδομικές άδειες και
ζ) ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης ή διανομής το οποίο να έχει συνταχθεί τουλάχιστον είκοσι (20) έτη πριν από την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και να φέρει βεβαία χρονολογία .

Απαιτείται η προσκόμιση στον διαμεσολαβητή τουλάχιστον δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες να περιλαμβάνουν ρητή αναφορά σε εικοσαετή νομή, η οποία να έχει συμπληρωθεί έως την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και προσδιορισμό του εμβαδού, της θέσης και των ορίων του ακινήτου.

3. Σε περίπτωση αντίρρησης ή αξίωσης κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, η αγωγή εισάγεται προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Πρωτοδικείου.

4. Οι παρ. 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται επί πραγμάτων που εμπίπτουν σε δημόσια κτήση ή είναι κοινόχρηστα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

Άρθρο 54
Ενίσχυση του πλαισίου διαβίβασης πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα προς Europol και Eurojust και θέσπιση εγγυήσεων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Τροποποίηση άρθρου 38 ν. 4689/2020
(Άρθρο 1 περ. 1 στοιχ. β΄ και περ. 2 στοιχ. β’, γ’ και δ’ Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2123)

Στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 38 του ν. 4689/2020 (Α’ 103), περί συλλογής, επεξεργασίας και διαβίβασης πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα με διασυνοριακή διάσταση προς την Europol και τη Eurojust, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) στην παρ. 2, βα) προστίθενται οι λέξεις «σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 295),», ββ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, γ) προστίθενται νέες παρ. 2Α, 2Β και 2Γ και οι παρ. 1 έως 2Γ διαμορφώνονται ως εξής:

«Άρθρο 38
Συγκέντρωση και διαβίβαση πληροφοριών, σχετικών με τρομοκρατικά εγκλήματα, που θίγουν ή ενδέχεται να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη – μέλη στη Europol και EUROJUST

  1. Αν οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες αφορούν ποινικές έρευνες επί τρομοκρατικών εγκλημάτων, τα οποία θίγουν ή μπορούν να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη- μέλη, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, διαβιβάζει στη Europol, προς εξέταση, όσες εκ των πληροφοριών αυτών αφορούν: α) δεδομένα, τα οποία επιτρέπουν τον προσδιορισμό του φυσικού ή νομικού προσώπου, της ομάδας ή της οντότητας, β) πράξεις, που αποτελούν το αντικείμενο έρευνας και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτές διαπράχθηκαν, γ) το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, δ) σχέσεις με άλλες συναφείς υποθέσεις, ε) τη χρήση τεχνολογιών επικοινωνίας, και στ) την απειλή, την οποία αντιπροσωπεύει η ενδεχόμενη κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στην Europol για τους σκοπούς που προβλέπονται στην παρ. 2Α, περιορίζονται σε εκείνες που αναφέρονται στο σημείο 2 του Τμήματος Β του Παραρτήματος II του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (L 135).
  2. Αν οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες αφορούν ποινικές έρευνες, διώξεις ή καταδίκες για εγκλήματα τρομοκρατίας, τα οποία θίγουν ή μπορούν να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη – μέλη, ο Εισαγγελέας που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 37, διαβιβάζει στη EUROJUST, προς εκτέλεση των καθηκόντων της, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 295), όσες εκ των πληροφοριών αυτών αφορούν: α) δεδομένα, τα οποία επιτρέπουν τον προσδιορισμό του φυσικού ή νομικού προσώπου, της ομάδας ή οντότητας, που αποτελεί αντικείμενο ποινικής έρευνας ή δίωξης, β) το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτό διαπράχθηκε, γ) πληροφορίες, σχετικά με τελικές καταδίκες, για εγκλήματα τρομοκρατίας και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτά διαπράχθηκαν, δ) σχέσεις με άλλες συναφείς υποθέσεις, ε) αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών παραγγελιών, από ή προς άλλο κράτος -μέλος, καθώς και τις απαντήσεις τους. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στη Eurojust περιορίζονται σε εκείνες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.

2Α. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου αποκλειστικά για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης τρομοκρατικών εγκλημάτων και άλλων αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Europol, όπως απαριθμούνται στο Παράρτημα I του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794. Η επεξεργασία για σκοπούς συνεργασίας με τη Eurojust διενεργείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.

2Β. Η διαβίβαση και περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του παρόντος άρθρου διενεργείται σύμφωνα με τον ν. 4624/2019 (Α’ 137) και ιδίως το Κεφάλαιο Δ΄ αυτού. Οι αρμόδιες αρχές τηρούν το σύνολο των αρχών επεξεργασίας του άρθρου 45 του ν. 4624/2019. Η περαιτέρω επεξεργασία επιτρέπεται μόνο εφόσον είναι αναγκαία και συμβατή με τους ανωτέρω σκοπούς. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφάλειας, ιδίως ελέγχου πρόσβασης και καταγραφής των διαβιβάσεων.

2Γ. Υπεύθυνος επεξεργασίας για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τις παρ. 1 και 2 είναι, αντιστοίχως, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) και οι αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές. Τα δεδομένα διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών της επεξεργασίας και διαγράφονται ή ανωνυμοποιούνται μετά την πάροδο αυτού. Στα κριτήρια καθορισμού του χρόνου διατήρησης συμπεριλαμβάνονται, ιδίως, η φύση της υπόθεσης, η σοβαρότητα του αδικήματος και η εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας.».

Άρθρο 55
Ενίσχυση της διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα, με πρόβλεψη εξαιρέσεων, ψηφιακών διαύλων και εγγυήσεων προστασίας δεδομένων – Τροποποίηση άρθρου 39 ν. 4689/2020
(Άρθρο 1 περ. 2 στοιχ. β’, γ’ και δ’ Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2123)

Στο άρθρο 39 του ν. 4689/2020 (Α’ 103), περί των φορέων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών για εγκλήματα τρομοκρατίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) η παρ. 3 αντικαθίσταται, γ) προστίθεται παρ. 4 και το άρθρο 39 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 39
Φορείς και αίτια συγκέντρωσης και διαβίβασης πληροφοριών σχετικών με εγκλήματα τρομοκρατίας

  1. Οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες, που συλλέγονται, είτε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας είτε από τον Εισαγγελέα που εκτελεί καθήκοντα εθνικού ανταποκριτή EUROJUST, για θέματα τρομοκρατίας, στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, επί τρομοκρατικών εγκλημάτων, στην περίπτωση που αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη των τρομοκρατικών εγκλημάτων, σε άλλο κράτος μέλος, τίθενται, το συντομότερο δυνατό, στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του εν λόγω κράτους μέλους, είτε κατόπιν σχετικής αιτήσεως των τελευταίων είτε αυθόρμητα. Η διαβίβαση διενεργείται μέσω ασφαλών διαύλων επικοινωνίας και, όπου είναι τεχνικά εφικτό, με δομημένο ή ημιαυτοματοποιημένο τρόπο, σύμφωνα με το ενωσιακό πλαίσιο ψηφιακής ανταλλαγής πληροφοριών σε υποθέσεις τρομοκρατίας.
  2. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται, όταν κρίνεται, ότι η ανταλλαγή πληροφοριών θα θέσει σε κίνδυνο τρέχουσες έρευνες ή την ασφάλεια ενός φυσικού προσώπου ή ότι είναι αντίθετη με ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειας του Ελληνικού Κράτους.
  3. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται και λαμβάνονται κατά το παρόν άρθρο υποβάλλονται σε επεξεργασία αποκλειστικά για τους σκοπούς της πρόληψης, ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης τρομοκρατικών εγκλημάτων και λοιπών συναφών αξιόποινων πράξεων και σύμφωνα με το εθνικό πλαίσιο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα επιβολής του νόμου. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται περιορίζονται στις αναγκαίες και δεν υπερβαίνουν εκείνες που προβλέπονται στο σημείο 2 του Τμήματος Β του Παραρτήματος II του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794. Όπου εφαρμόζεται συνεργασία με τη Eurojust, η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.
  4. Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές διασφαλίζουν την τήρηση αρχείων καταγραφής πρόσβασης, διαβίβασης και περαιτέρω χρήσης των δεδομένων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις ασφάλειας του ν. 4624/2019 (Α’ 137).».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 56
Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης Θυμάτων Εγκληματικών Πράξεων και Ελληνική Αρχή Συνδρομής – Τροποποίηση παρ. 2 έως 4 άρθρου 1 ν. 3811/2009

Στο άρθρο 1 του ν. 3811/2009 (Α’ 231), περί Ελληνικής Αρχής Αποζημίωσης και Ελληνικής Αρχής Συνδρομής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2 προστίθεται τρίτο εδάφιο, β) η παρ. 4 αντικαθίσταται και το άρθρο 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 1
Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης και Ελληνική Αρχή Συνδρομής

  1. Συστήνεται αρχή με την ονομασία «Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης Θυμάτων Εγκληματικών Πράξεων», η οποία λειτουργεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και αποφαίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 3, επί των αιτήσεων αποζημίωσης των θυμάτων εγκλημάτων βίας από πρόθεση ή των εγκλημάτων των άρθρων 323Α, 336 σε βάρος ανηλίκου, 339 παρ. 1 και 3, 342 παρ. 1, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α Π.Κ., που έχουν τελεστεί στην ημεδαπή, τα οποία έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα ή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και τρίτου κράτους στις περιπτώσεις του άρθρου 323 Α Π.Κ.
  2. Η Αρχή είναι τριμελής και συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από:
    α) έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Πρόεδρο,
    β) έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
    γ) έναν υπάλληλο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που είναι τουλάχιστον προϊστάμενος Διευθύνσεως, αναπληρούμενος από προϊστάμενο άλλης Διευθύνσεως.
    Τα μέλη της Αρχής με τους αναπληρωτές τους ορίζονται για θητεία δύο ετών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί για μία φορά. Παύουν αυτοδικαίως να κατέχουν τις θέσεις αυτές εάν στερηθούν με οποιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα υπό την οποία τοποθετήθηκαν.
    Αρμόδιο για τη μέριμνα έκδοσης των διοικητικών πράξεων που αφορούν στη συγκρότηση της Αρχής, καθώς και για τη συγκέντρωση αιτήσεων αποζημίωσης και την προώθησή τους σε αυτήν είναι το Τμήμα Δικαστικής Προσβασιμότητας Ευάλωτων Πολιτών της Διεύθυνσης Δικαστικής Προσβασιμότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
  3. Γραμματέας της Αρχής ορίζεται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Β’, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Αρχή συνεδριάζει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της. Με απόφαση του Προέδρου της δύναται να ορισθεί και άλλος τόπος συνεδριάσεως της Αρχής.
  4. Ως αρμόδια «Ελληνική Αρχή Συνδρομής για την αποζημίωση των θυμάτων εγκλημάτων βίας από πρόθεση» (εφεξής Ελληνική Αρχή Συνδρομής) ορίζεται το Ειδικό Γραφείο Συνδρομής που λειτουργεί στο Τμήμα Δικαστικής Προσβασιμότητας Ευάλωτων Πολιτών της Διεύθυνσης Δικαστικής Προσβασιμότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
  5. Οι ανωτέρω Αρχές μετέχουν στο σύστημα συνεργασίας μεταξύ αυτών και των αντίστοιχων Αρχών των άλλων κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

Άρθρο 57
Κακοποίηση ανηλίκου – Υποχρεώσεις ιατρών – Προσθήκη άρθρου 11A στον ν. 4837/2021

Στον ν. 4837/2021 (Α’ 178), προστίθεται άρθρο 11Α ως εξής:

«Άρθρο 11Α
Κακοποίηση ανηλίκου – Υποχρεώσεις ιατρών

  1. Ο ιατρός που παρέχει τις υπηρεσίες του σε ανήλικο και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του πληροφορείται ή διαπιστώνει με οποιονδήποτε τρόπο ενδείξεις κακοποίησης, αναφέρει αμελλητί το περιστατικό στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή και, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, θέτει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία που αφορούν το αναφερόμενο περιστατικό κακοποίησης ανηλίκου. Ως κακοποίηση νοείται η τέλεση ή απόπειρα τέλεσης κάποιας από τις πράξεις που προβλέπονται:
    α) στην παρ. 2A του άρθρου 184,
    β) στα άρθρα 312 και 315,
    γ) στην παρ. 4 του άρθρου 323Α, στο άρθρο 324, στην παρ. 3 του άρθρου 330 και στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 333,
    δ) στο άρθρο 336, στις παρ. 3 και 5 του άρθρου 337 και στα άρθρα 338, 339, 342, 343, 345 και 346, καθώς και
    ε) στα άρθρα 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95).
  2. Αν ιατρός προβαίνει σε αναφορά περιστατικού κακοποίησης ανηλίκου εφαρμόζονται αναλογικά οι παρ. 2 έως 3 του άρθρου 23 του ν. 3500/2006, περί υποχρεώσεων των επαγγελματιών (Α΄ 232).».
  • 12 Ιουλίου 2026, 23:45 | ΕΛΛΗ ΣΙΩΖΙΟΥ

    Να προστεθεί η φράση «ή αναγνωρίζεται στην παράγραφο 2 του 552… «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν το ποσό που επιδικάζεται Ή ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ για τη διαφορά που άγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι …

  • 12 Ιουλίου 2026, 22:27 | Εύα

    Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 552 ΚΠολΔ, με την προσθήκη δεύτερης παραγράφου, κατά το άρθρο 51 § 1 του Σχεδίου Νόμου, θα πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής: «…όταν το ποσό που επιδικάζεται ή αναγνωρίζεται για τη διαφορά που άγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου…»

  • 11 Ιουλίου 2026, 20:06 | ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΙΑΝΝΟΥ

    Το παρόν σχόλιο αφορά στην προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 552 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Κατά την άποψή μου η επίμαχη διάταξη πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής:

    2. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν το ποσό που επιδικάζεται ή αναγνωρίζεται για τη διαφορά που άγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι κατώτερο των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ή των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, αν πρόκειται για εργατικές διαφορές, εκτός εάν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Το ποσό της παρούσας μπορεί να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.».

  • Θετική η διάταξη του άρθρου 53 έρχεται να ασχοληθεί με ένα υπαρκτό πρόβλημα της καταχώρησης των πρακτικών διαμεσολάβησης στα κτηματολογικά φύλλα των ακινήτων. Στην πράξη αυτά τα πρακτικά είχαν πρόβλημα καταχώρησης αφού το Δημόσιο ναι μεν δήλωνε οτι δεν διεκδικεί δικαιώματα στο επίδικο ακίνητο αλλά δεν μπορούσε να δηλώσει οτι αναγνωρίζει την κυριότητα του ενάγοντα. Με τη διάταξη ανατίθεται η ευθύνη στον κτηματολογικό διαμεσολαβητή και ουσιαστικά μεταφέρεται η πρακτική της κτηματογράφησης για την καταχώρηση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί με ένα νόμιμο και προβλεπόμενο από το νόμο τρόπο: την χρησικτησία.
    Διευκρινήσεις χρειάζονται α) πώς καλείται το Δημόσιο σε διαμεσολάβηση αφού δεν έχει ασκηθεί αγωγή β) οτι η αναφορά των αποδεικτικών στοιχείων είναι ενδεικτική και γ) άν εφαρμόζεται και στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες υπάγονται στην Εκούσια Δικαιοδοσία

  • 11 Ιουλίου 2026, 02:10 | ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΣΘ – ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΡΙΑ

    ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 53:

    Το Ελληνικό Δημόσιο όπως όλοι γνωρίζουμε περιορίζεται μόνο στην παροχή της συναίνεσής του για την αιτούμενη διόρθωση, χωρίς άλλη μνεία για την αναγνώριση της κυριότητας υπέρ του ενάγοντα, όταν είναι το ίδιο εναγόμενο, γεγονός που εγείρει ζήτημα για την κατάργηση της δίκης κατά το σκέλος αυτό.

    Πρόσφατα η υπ’ αρ. 16845/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έκρινε ότι, ως προς το αναγνωριστικό αίτημα της ασκηθείσας αγωγής σε βάρος του Δημοσίου, αυτό δεν καλύπτεται από το περιεχόμενο της δήλωσής του περί συναίνεσης στη διόρθωση, όπως καταγράφεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης και για το λόγο αυτό χρήζει έκδοσης, διά της δικαστικής απόφασης, προσήκουσα αναγνωριστική διάταξη υπό του Δικαστηρίου σε βάρος του Δημοσίου, προς οριστική κατάργηση της δίκης.

    Με λίγα λόγια το Πρακτικό διαμεσολάβησης με το Ελληνικό Δημόσιο δεν λύνει συνολικά τη διαφορά, οπότε η δίκη συνεχίζεται ως προς το σκέλος της αναγνώρισης του δικαιώματος.

    Άρα χρειαζόμαστε και Πρακτικό διαμεσολάβησης και δικαστική απόφαση για να λύσουμε τη διαφορά ως προς όλα τα κεφάλαια της.

    Αν το άρθρο 53 του ΣχΝ μείνει ως έχει, η ΥΑΣ θα διεξάγεται υποχρεωτικά στις κτηματολογικές διαφορές πριν την κατάρτιση της αγωγής και αν δεν προβάλει δικαιώματα το Ελληνικό δημόσιο επί του ακινήτου, τότε τα μέρη θα δύνανται να καταρτίσουν Πρακτικό διαμεσολάβησης, δια του οποίου το ΕΔ θα δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής. Άρα πάλι το αναγνωριστικό αίτημα, θα μένει ακάλυπτο και παρόλο που θα έχει υπογραφεί Πρακτικό διαμεσολάβησης, το επισπεύδον μέρος θα πρέπει να προσφεύγει στη δικαιοσύνη ασκώντας αγωγή, για να αναγνωρίσει το δικαίωμα του!

    Αν πράγματι υπάρχει διάθεση από τη μεριά του νομοθέτη να επιλύονται διαμεσολαβητικά και συνολικά οι κτηματολογικές διαφορές με το ΕΔ, Θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά στη διάταξη ότι το ΕΔ θα δηλώνει με το Πρακτικό διαμεσολάβησης, αφενός ότι δεν αντιλέγει στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής και αφετέρου ότι αναγνωρίζει ως κύριο τον επισπεύδοντα. Σε διαφορετική περίπτωση κι αν μείνει ως έχει, το δικαστήριο θα είναι αναπόφευκτο για το σκέλος της αναγνωριστικής διάταξης σε βάρος του ΕΔ.

  • 10 Ιουλίου 2026, 13:36 | ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΟΙ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΙΟΙ

    Η προτεινόμενη διάταξη εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας, καθώς εισάγει
    έναν απόλυτο οικονομικό φραγμό στην πρόσβαση στον Άρειο Πάγο, χωρίς να λαμβάνει
    υπόψη τη φύση και τη σημασία των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν σε κάθε
    υπόθεση.
    Καταρχάς, η αξία της διαφοράς δεν αποτελεί αξιόπιστο κριτήριο για τη σπουδαιότητα
    του νομικού ζητήματος. Ο Άρειος Πάγος δεν λειτουργεί μόνο ως δικαστήριο ελέγχου
    της ορθότητας μιας συγκεκριμένης απόφασης, αλλά πρωτίστως ως θεματοφύλακας
    της ενότητας της νομολογίας και της ορθής εφαρμογής του δικαίου. Μία υπόθεση
    οικονομικού αντικειμένου 5.000 ή 10.000 ευρώ μπορεί να θέτει κρίσιμο ζήτημα
    ερμηνείας του νόμου.
    Η θέσπιση απόλυτου χρηματικού ορίου, χωρίς εξαίρεση για υποθέσεις γενικότερου
    νομικού ενδιαφέροντος, περιορίζει δυσανάλογα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας
    του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας
    του άρθρου 25 παρ. 1.
    Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το όριο των 80.000 ευρώ στις εργατικές διαφορές,
    καθώς αποκλείει στην πράξη τη συντριπτική πλειονότητα των εργατικών υποθέσεων
    από τον αναιρετικό έλεγχο.
    Η ανάγκη επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης είναι θεμιτή, πλην όμως δεν
    δικαιολογεί την καθιέρωση ενός απόλυτου οικονομικού αποκλεισμού, ο οποίος
    αποδυναμώνει τον συνταγματικό ρόλο του Αρείου Πάγου ως εγγυητή της ενιαίας
    εφαρμογής του δικαίου.

    ΓΙΑ ΤΟ ΔΣ
    Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
    ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΛΥΚΑΣ

    Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΩΓΟΣ

    Ο ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
    ΚΩΣΤΑΣ ΝΤΑΛΤΑΣ

    ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡ/ΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
    Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
    ΑΡΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ

    Ο Γ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
    ΧΡ. ΤΣΙΜΠΟΥΚΗΣ

    Η ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
    ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

    ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΟΥΣΚΑΛΗΣ
    ΕΠΙΚ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΠΘ

  • 9 Ιουλίου 2026, 19:44 | Ιωάννης ΚΑΤΡΑΣ

    Η προσθήκη με το άρθρο 51, δεύτερης παραγράφου στο άρθ. 552 ΚΠολΔ με τον περιορισμό της δυνατότητας άσκησης αναίρεσης δημιουργεί τις ακόλουθες εύλογες σκέψεις:
    Α) Δεν διευκρινίζεται ποιο είναι το ποσό της διαφοράς. Αυτό που ζητήθηκε ή αυτό που τελικώς επιδικάσθηκε;
    Β) Τυχόν εσφαλμένη απόφαση του εφετείου, αντίθετη με πάγια νομολογία του ΑΠ, ανοίγει τον δρόμο για άσκηση αγωγής κακοδικίας.
    Επομένως, στη φράση «εκτός εάν δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων» πρέπει να προστεθεί και «ή η απόφαση έρχεται σε αντίθεση με νομολογία του Αρείου Πάγου, οπότε ο αναιρεσείων πρέπει να αναφέρει στο δικόγραφό του τη σχετική αντίθεση».
    Γ) Τι ισχύει σε περίπτωση που το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι αποτιμητό σε χρήμα; Μάλλον είναι δυνατή η άσκηση αναίρεσης. Πρέπει να διευκρινισθεί.

  • 9 Ιουλίου 2026, 14:32 | φγη

    Οι διαφορές που δεν είναι αποτιμητές σε χρήμα είναι πάντοτε αναιρετέες;

  • 9 Ιουλίου 2026, 14:38 | γφδ

    Δηλαδή θα αφήνουμε τα νομικά λάθη των κατώτερων δικαστηρίων απρόσβλητα; Πόσο δίκαιο είναι αυτό;

  • 9 Ιουλίου 2026, 13:26 | ΜΑΡΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ

    Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 53 με τίτλο «Αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη» του Μέρους Δ Κεφαλαίου Α ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, είναι εξόχως προβληματική καθώς φαίνεται να αποδίδει στον διαμεσολαβητή αρμοδιότητες που υπερβαίνουν τη φύση και τον θεσμικό του ρόλο. Ειδικότερα, με την προτεινόμενη ρύθμιση ο διαμεσολαβητής καλείται να διαπιστώσει την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, να αξιολογήσει την αποδεικτική τους επάρκεια και να προβεί σε σχετική αναφορά στο πρακτικό διαμεσολάβησης. Με τον τρόπο αυτό, η διάταξη τον μετατρέπει, κατ’ ουσίαν, σε οιονεί δικαστή, αναθέτοντάς του αξιολογικές κρίσεις που προσιδιάζουν στην αποδεικτική λειτουργία του δικαστηρίου.

    Η επιλογή αυτή δεν συνάδει με τη φύση της διαμεσολάβησης. Ο διαμεσολαβητής, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του θεσμού, οφείλει να είναι ουδέτερος, αμερόληπτος και ανεξάρτητος, με ρόλο απλώς να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των μερών, χωρίς να προβαίνει σε κρίσεις επί της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών τους ή της αποδεικτικής αξίας των προσκομιζόμενων στοιχείων. Αποστολή του είναι να υποβοηθήσει τα μέρη στην επίτευξη συμφωνίας και, εφόσον αυτή επιτευχθεί, να αποτυπώσει πιστά το περιεχόμενό της συμφωνίας μεταξύ των μερών, στο πρακτικό διαμεσολάβησης, χωρίς να ενσωματώνει προσωπικές αξιολογήσεις ή διαπιστώσεις ως προς την ύπαρξη ή μη του επίδικου δικαιώματος.

    Κατά συνέπεια, η ανάθεση στον διαμεσολαβητή της υποχρέωσης να αξιολογεί αποδεικτικά στοιχεία και να διαπιστώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας αλλοιώνει τον χαρακτήρα της διαμεσολάβησης ως διαδικασίας συναινετικής επίλυσης διαφορών και δημιουργεί σύγχυση μεταξύ του διαμεσολαβητικού και του δικαιοδοτικού έργου.
    Περαιτέρω, η ρύθμιση του άρθρου 53 εμφανίζεται ανεπαρκής και ελλιπής ως προς το αντικείμενο που επιχειρεί να ρυθμίσει. Ο νομοθέτης περιορίζεται αποκλειστικά στις αναγνωριστικές αγωγές κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων που έχουν καταχωρισθεί ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», παραβλέποντας ότι οι κτηματολογικές διαφορές μεταξύ ιδιωτών και του Ελληνικού Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. είναι σημαντικά ευρύτερες, ανεξαρτήτως αιτίας κτήσης δικαιώματος (με τρόπο πρωτότυπο ή παράγωγο) από την πλευρά των ιδιωτών.

    Ειδικότερα, στην πράξη ανακύπτουν συχνά διαφορές που αφορούν γεωμετρικές μεταβολές και προσκυρώσεις τμημάτων ακινήτων, όταν τα προς προσκύρωση τμήματα είτε εμφανίζονται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» είτε έχουν καταχωρισθεί ως ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α. ή σε Ν.Π.Δ.Δ. Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν εξίσου πρόσφορο πεδίο συναινετικής επίλυσης μέσω διαμεσολάβησης, πλην όμως παραμένουν εκτός του πεδίου εφαρμογής της διάταξης, χωρίς να προκύπτει εύλογη δικαιολογία για τον περιορισμό αυτό.
    Εξάλλου, η διάταξη δεν αντιμετωπίζει το ουσιώδες δικονομικό και κτηματολογικό ζήτημα της καταχώρισης του πρακτικού διαμεσολάβησης. Κατά το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, λόγω της ύπαρξης κενού στο γράμμα του νόμου, τα Κτηματολογικά Γραφεία δεν δύνανται να καταχωρίσουν πρακτικά διαμεσολάβησης αποκλειστικά και μόνο επειδή το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν προβάλλει δικαίωμα κυριότητας. Η δήλωση αυτή δεν συνιστά, σύμφωνα με το Εθνικό Κτηματολόγιο, από μόνη της νόμιμο τίτλο για τη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής κατά την έννοια του ν. 2664/1998.

    Συνεπώς, η αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 53 προϋποθέτει την παράλληλη τροποποίηση του άρθρου 6 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2664/1998, ώστε να προβλεφθεί ρητώς ότι το πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο καταρτίζεται με τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. ή των Ν.Π.Δ.Δ. και περιέχει τη συναίνεσή τους στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, επαρκεί για την καταχώριση του εκάστοτε πρακτικού επιτυχούς διαμεσολάβησης στο Κτηματολόγιο και την πραγματοποίηση των αιτούμενων διορθώσεων. Διαφορετικά, η εισαγόμενη ρύθμιση κινδυνεύει να παραμείνει ανεφάρμοστη στην πράξη, επιβαρύνοντας του πολίτες με επιπρόσθετες δαπάνες και χρονοκαθυστέρηση, καθώς η προβλεπόμενη εξωδικαστική διαδικασία δεν θα μπορεί να ολοκληρωθεί με την επιδιωκόμενη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής.

  • 9 Ιουλίου 2026, 00:35 | Αναστάσης Καρδαμάκης, Δικηγόρος

    Το παρόν σχόλιο αφορά την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 552 ΚΠολΔ, με την προσθήκη δεύτερης παραγράφου, κατά το άρθρο 51 § 1 του Σχεδίου Νόμου, καθώς και, αντανακλαστικά, του άρθρου 560 § 1 ΚΠολΔ.

    Με την εν λόγω τροποποίηση επιδιώκεται σημαντικός περιορισμός του έκτακτου ένδικου μέσου της αναίρεσης σε ευρύ φάσμα διαφορών συμπεριλαμβανομένων των εργατικών, μέσω της θέσπισης ανώτατων χρηματικών ορίων συνεχόμενα με τα ποσά που επιδικάζονται με την (υποθετικά) αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Μοναδική εξαίρεση προβλέπεται για την προβολή λόγου αναίρεσης από τα άρθρα 559.4 ή 560.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση υπέρβασης της διεθνούς ή εσωτερικής δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, τα χρηματικά όρια που τίθενται με την προτεινόμενη διάταξη δύνανται να αναπροσαρμόζονται με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας.

    Κατά την άποψή μου, η επίμαχη ρύθμιση δεν κινείται, από δικαιοπολιτική άποψη, προς την ορθή κατεύθυνση. Επιπλέον, δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη συμβατότητά της με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ και, σε κάθε περίπτωση, χρήζει νομοτεχνικής βελτίωσης. Ειδικότερα:

    Α. Δικαιοπολιτικοί προβληματισμοί

    Στην Ελλάδα του 2026, λόγω ποικίλων παραγόντων, όπως ο πληθωρισμός, οι ανατιμήσεις αγαθών και υπηρεσιών και τα χαμηλά εισοδήματα, το επιδικαζόμενο ποσό των 20.000 ευρώ κάθε άλλο παρά χαμηλό μπορεί να θεωρηθεί για μεγάλο μέρος των πολιτών, αλλά και για πολλές μικρές επιχειρήσεις.

    Δεν θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είναι ανεκτό από την έννομη τάξη μας να παραμένουν ουσιαστικά στο «απυρόβλητο» δικαστικές αποφάσεις που ενδέχεται να βαρύνονται με σοβαρά νομικά σφάλματα, όπως εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ή προφανής έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ ο αδίκως ηττηθείς διάδικος θα υποχρεούται να ανεχθεί την εκτέλεση απόφασης που επιδικάζει σε βάρος του ποσό 15.000 ή 19.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης. Αλλά, αντίστροφα, και ο ενάγων που έχει βάσιμη υψηλότερη αξίωση, θα πρέπει να αρκεστεί σε ένα μικρότερο επιδικασθέν ποσό, χωρίς δυνατότητα να ελεγχθεί αναιρετικά η απόφαση από τον Άρειο Πάγο.

    Εξάλλου, οι διαφορές που αντιμετωπίζονται από το Σχέδιο Νόμου ως «ήσσονος σημασίας» συχνά εγείρουν περίπλοκα και σοβαρά νομικά ζητήματα. Ενδεικτικά, υποθέσεις καταναλωτών μπορούν να θέτουν κρίσιμα ζητήματα ενωσιακού ή τραπεζικού δικαίου. Η επίλυσή τους από τον Άρειο Πάγο θα ωφελούσε αναμφίβολα ευρύτερο κύκλο προσώπων και όχι μόνο τους διαδίκους της εκάστοτε υπόθεσης.

    Τα παραπάνω ισχύουν ακόμη περισσότερο για τις εργατικές διαφορές. Ένας σημαντικός αριθμός αποτιμητών σε χρήμα αξιώσεων, όπως αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα ή αποζημιώσεις, θα αποκλειστεί από τον αναιρετικό έλεγχο απλώς και μόνο επειδή το δικαστήριο της ουσίας, παρότι ενδέχεται να υπέπεσε σε νομικό σφάλμα —λ.χ. ερμηνεύοντας εσφαλμένα μία από τις πολυάριθμες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας— επιδίκασε ποσό μικρότερο των 8.000 ευρώ. Δεν θεωρώ ότι μια τέτοια επιλογή είναι δίκαιη για τον εργαζόμενο, αλλά και συμφέρουσα για την ενότητα της νομολογίας στις εργατικές διαφορές.

    Πέραν τούτου, όπως προκύπτει από μια πρόχειρη επισκόπηση της νομολογίας, το Β1΄ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, αλλά και η Ολομέλεια του ίδιου δικαστηρίου, έχουν επανειλημμένα επιλύσει σημαντικά ζητήματα εργατικής νομοθεσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από πανσπερμία διατάξεων, ισχυουσών από το 1915 έως και σήμερα. Μόνο όφελος θα μπορούσε να προκύψει για την απονομή της δικαιοσύνης από την ακώλυτη άσκηση της νομοφυλακτικής λειτουργίας του Ακυρωτικού σε διαφορές με έντονη κοινωνική σημασία, όπως είναι οι εργατικές.

    Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μόνη εναπομένουσα δυνατότητα θα είναι η αναίρεση υπέρ του νόμου, κατ’ άρθρο 557 ΚΠολΔ.

    Β. Συμβατότητα με το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ

    Είναι γνωστή η πάγια θέση του ΕΔΔΑ ότι το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει μεν τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίζει ένδικα μέσα. Εφόσον, όμως, αυτά προβλέπονται, η σχετική ρύθμιση πρέπει να συμμορφώνεται προς τις εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1, ιδίως ως προς το αποτελεσματικό δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, ενώ οι τυχόν περιορισμοί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογοι.

    Κατά την άποψή μου, η προτεινόμενη διάταξη δεν φαίνεται να διέρχεται επιτυχώς τον έλεγχο συμβατότητας με την ΕΣΔΑ. Τούτο ισχύει ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι ο περιορισμός:

    α) τίθεται οριζόντια και με βάση το ποσό που επιδικάστηκε —ενδεχομένως νομικά εσφαλμένα— από το δικαστήριο, και όχι με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς. Κατ’ ουσίαν, τα ίδια νομικά σφάλματα που οδήγησαν σε εσφαλμένη επιδίκαση μικρότερου ποσού είναι εκείνα που αποκλείουν τον αναιρετικό έλεγχο, συνθήκη νομικά άτοπη και άδικη για τους διαδίκους·

    β) είναι, ιδίως ως προς το όριο των 20.000 ευρώ, δυσανάλογος υπό το πρίσμα της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας· και

    γ) καταλαμβάνει και τις εργατικές διαφορές, οι οποίες έχουν ιδιαίτερη κοινωνική σημασία.

    Γ. Νομοτεχνικές βελτιώσεις

    Εφόσον η ρύθμιση παραμείνει στο σώμα του Σχεδίου Νόμου, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επέλθουν οι ακόλουθες νομοτεχνικές βελτιώσεις:

    α)Κριτήριο δεν πρέπει να αποτελεί το ποσό που επιδικάζεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, όπως αυτή προσδιορίστηκε κατά τη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

    β)Το όριο των 20.000 ευρώ θα πρέπει να μειωθεί στα 10.000 ευρώ, ενώ αντίστοιχη μείωση θα πρέπει να προβλεφθεί και για τις εργατικές διαφορές, με καθορισμό του ορίου στα 4.000 ευρώ.

    γ) θα πρέπει να διευκρινιστεί, είτε στο σώμα της διάταξης είτε, έστω, στην ανάλυση συνεπειών της ρύθμισης, ότι:
    i) προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση η απόφαση με την οποία απορρίπτεται ολικά η αγωγή· και
    ii) τι ισχύει στις περιπτώσεις αντικειμενικής ή επικουρικής σώρευσης μη αποτιμητού σε χρήμα αιτήματος, όπως, ενδεικτικά, αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας δικαιοπραξίας. Θα καταλαμβάνει η απαγόρευση άσκησης αναίρεσης και το αίτημα αυτό;

    δ) Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η προβλεπόμενη εξαίρεση δεν ισχύει μόνο σε περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά και όταν το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι στερείται δικαιοδοσίας και κήρυξε απαράδεκτο. Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559.14 ΚΠολΔ.

    ε)Τέλος, κάθε νέα ρύθμιση θα πρέπει να συνοδευθεί από σαφή και πλήρη μεταβατική διάταξη.

    Επισημαίνεται, τέλος, ότι η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 53 § 3 Π.Δ. 18/1989 για την αίτηση αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ, δεν συνδέει το χρηματικό όριο με το επιδικασθέν ποσό, αλλά με το αμφισβητούμενο από τον διοικούμενο ή την Διοίκηση, ενώ προβλέπονται εξαιρέσεις βάσει της φύσης του αντικειμένου της διαφοράς και όχι του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης. Θεωρώ ότι είναι νομοτεχνικά ορθότερη από την προτεινόμενη.

  • 8 Ιουλίου 2026, 13:15 | Χρήστος Παπακώστας

    Στην προτεινόμενη τροποποίηση της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 126 παρ. 8 του Ν. 5221/2025 για την επαναφορά της εισήγησης στον Αρειο Πάγο, αναγράφεται «ότι το άρθρο 46 εφαρμόζεται …». Το άρθρο 46 του ανωτέρω νόμου, όμως, αναφέρεται στην «Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων στη διαδικασία
    στη δευτεροβάθμια δίκη – Τροποποίηση παρ. 1 του άρθρου 524 ΚΠολΔ» και όχι στην επαναφορά της εισήγησης στον Αρειο Πάγο, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 57 του ανωτέρω νόμου (5221). Η προς τροποποίηση ανωτέρω διάταξη (126 παρ. 8) αναφερόταν στη μέχρι σήμερα μορφή της σαφώς στο άρθρο 57. Προφανώς εκ παραδρομής αντί για το άρθρο 57 αναγράφεται το άρθρο 46

  • 8 Ιουλίου 2026, 09:33 | ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

    Η προτεινόμενη διάταξη για τον περιορισμό της άσκησης αίτησης αναίρεσης πέραν από αντισυνταγματική λόγω παρεμπόδισης πρόσβασης στη δικαιοσύνη, με βάση τη διατύπωση της είναι εξόχως προβληματική και ειδικά για την περίπτωση του ενάγοντα εργαζόμενου ή οποιουδήποτε ενάγοντα, ο οποίος αδικήθηκε από την εφετειακή απόφαση. Δηλαδή εάν επιδικάσθηκε από το Εφετείο ένα μικρό ποσό λόγου χάρη 1.000 ΕΥΡΩ, παρόλο που ο εργαζόμενος εδικαιούτο ποσό άνω των 8.000 ΕΥΡΩ, με βάση την προτεινόμενη διάταξη, δεν θα έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης. Με τον τρόπο αυτό θα οδηγούνται τα Εφετεία σε επιδίκαση ποσών κάτω των 8.000 ΕΥΡΩ ή των 20.000 ΕΥΡΩ αντίστοιχα, προκειμένου να μην προσβάλλονται οι αποφάσεις τους με αίτηση αναίρεσης. Λογική της διάταξης φαίνεται να είναι η παρεμπόδιση άσκησης αναίρεσης προφανώς από τον εναγόμενο σε περίπτωση επιδίκασης εις βάρος του μικρών ποσών. Δεν μπορεί όμως η διάταξη αυτή να ισχύσει με τον ίδιο τρόπο και για τον ενάγοντα, ο οποίος αδικήθηκε από το Εφετείο με απόρριψη της αγωγής ή με επιδίκαση μικρότερων ποσών από εκείνα, που πράγματι εδικαιούτο. Θα πρέπει να γίνει σαφέστερη η διατύπωση της διάταξης σύμφωνα με το ανωτέρω σκεπτικό, προκειμένου να μην θίγονται δικαιώματα κυρίως του ενάγοντα, ο οποίος μάλιστα θα προσδοκά επιδίκαση ποσών μεγαλύτερων των ορίων, που θέτει η προτεινόμενη διάταξη.