• Σχόλιο του χρήστη 'Αναστάσης Καρδαμάκης, Δικηγόρος' | 9 Ιουλίου 2026, 00:35

    Το παρόν σχόλιο αφορά την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 552 ΚΠολΔ, με την προσθήκη δεύτερης παραγράφου, κατά το άρθρο 51 § 1 του Σχεδίου Νόμου, καθώς και, αντανακλαστικά, του άρθρου 560 § 1 ΚΠολΔ. Με την εν λόγω τροποποίηση επιδιώκεται σημαντικός περιορισμός του έκτακτου ένδικου μέσου της αναίρεσης σε ευρύ φάσμα διαφορών συμπεριλαμβανομένων των εργατικών, μέσω της θέσπισης ανώτατων χρηματικών ορίων συνεχόμενα με τα ποσά που επιδικάζονται με την (υποθετικά) αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Μοναδική εξαίρεση προβλέπεται για την προβολή λόγου αναίρεσης από τα άρθρα 559.4 ή 560.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση υπέρβασης της διεθνούς ή εσωτερικής δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, τα χρηματικά όρια που τίθενται με την προτεινόμενη διάταξη δύνανται να αναπροσαρμόζονται με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας. Κατά την άποψή μου, η επίμαχη ρύθμιση δεν κινείται, από δικαιοπολιτική άποψη, προς την ορθή κατεύθυνση. Επιπλέον, δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη συμβατότητά της με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ και, σε κάθε περίπτωση, χρήζει νομοτεχνικής βελτίωσης. Ειδικότερα: Α. Δικαιοπολιτικοί προβληματισμοί Στην Ελλάδα του 2026, λόγω ποικίλων παραγόντων, όπως ο πληθωρισμός, οι ανατιμήσεις αγαθών και υπηρεσιών και τα χαμηλά εισοδήματα, το επιδικαζόμενο ποσό των 20.000 ευρώ κάθε άλλο παρά χαμηλό μπορεί να θεωρηθεί για μεγάλο μέρος των πολιτών, αλλά και για πολλές μικρές επιχειρήσεις. Δεν θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είναι ανεκτό από την έννομη τάξη μας να παραμένουν ουσιαστικά στο «απυρόβλητο» δικαστικές αποφάσεις που ενδέχεται να βαρύνονται με σοβαρά νομικά σφάλματα, όπως εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ή προφανής έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ ο αδίκως ηττηθείς διάδικος θα υποχρεούται να ανεχθεί την εκτέλεση απόφασης που επιδικάζει σε βάρος του ποσό 15.000 ή 19.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης. Αλλά, αντίστροφα, και ο ενάγων που έχει βάσιμη υψηλότερη αξίωση, θα πρέπει να αρκεστεί σε ένα μικρότερο επιδικασθέν ποσό, χωρίς δυνατότητα να ελεγχθεί αναιρετικά η απόφαση από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, οι διαφορές που αντιμετωπίζονται από το Σχέδιο Νόμου ως «ήσσονος σημασίας» συχνά εγείρουν περίπλοκα και σοβαρά νομικά ζητήματα. Ενδεικτικά, υποθέσεις καταναλωτών μπορούν να θέτουν κρίσιμα ζητήματα ενωσιακού ή τραπεζικού δικαίου. Η επίλυσή τους από τον Άρειο Πάγο θα ωφελούσε αναμφίβολα ευρύτερο κύκλο προσώπων και όχι μόνο τους διαδίκους της εκάστοτε υπόθεσης. Τα παραπάνω ισχύουν ακόμη περισσότερο για τις εργατικές διαφορές. Ένας σημαντικός αριθμός αποτιμητών σε χρήμα αξιώσεων, όπως αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα ή αποζημιώσεις, θα αποκλειστεί από τον αναιρετικό έλεγχο απλώς και μόνο επειδή το δικαστήριο της ουσίας, παρότι ενδέχεται να υπέπεσε σε νομικό σφάλμα —λ.χ. ερμηνεύοντας εσφαλμένα μία από τις πολυάριθμες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας— επιδίκασε ποσό μικρότερο των 8.000 ευρώ. Δεν θεωρώ ότι μια τέτοια επιλογή είναι δίκαιη για τον εργαζόμενο, αλλά και συμφέρουσα για την ενότητα της νομολογίας στις εργατικές διαφορές. Πέραν τούτου, όπως προκύπτει από μια πρόχειρη επισκόπηση της νομολογίας, το Β1΄ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, αλλά και η Ολομέλεια του ίδιου δικαστηρίου, έχουν επανειλημμένα επιλύσει σημαντικά ζητήματα εργατικής νομοθεσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από πανσπερμία διατάξεων, ισχυουσών από το 1915 έως και σήμερα. Μόνο όφελος θα μπορούσε να προκύψει για την απονομή της δικαιοσύνης από την ακώλυτη άσκηση της νομοφυλακτικής λειτουργίας του Ακυρωτικού σε διαφορές με έντονη κοινωνική σημασία, όπως είναι οι εργατικές. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μόνη εναπομένουσα δυνατότητα θα είναι η αναίρεση υπέρ του νόμου, κατ’ άρθρο 557 ΚΠολΔ. Β. Συμβατότητα με το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ Είναι γνωστή η πάγια θέση του ΕΔΔΑ ότι το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει μεν τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίζει ένδικα μέσα. Εφόσον, όμως, αυτά προβλέπονται, η σχετική ρύθμιση πρέπει να συμμορφώνεται προς τις εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1, ιδίως ως προς το αποτελεσματικό δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, ενώ οι τυχόν περιορισμοί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογοι. Κατά την άποψή μου, η προτεινόμενη διάταξη δεν φαίνεται να διέρχεται επιτυχώς τον έλεγχο συμβατότητας με την ΕΣΔΑ. Τούτο ισχύει ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι ο περιορισμός: α) τίθεται οριζόντια και με βάση το ποσό που επιδικάστηκε —ενδεχομένως νομικά εσφαλμένα— από το δικαστήριο, και όχι με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς. Κατ’ ουσίαν, τα ίδια νομικά σφάλματα που οδήγησαν σε εσφαλμένη επιδίκαση μικρότερου ποσού είναι εκείνα που αποκλείουν τον αναιρετικό έλεγχο, συνθήκη νομικά άτοπη και άδικη για τους διαδίκους· β) είναι, ιδίως ως προς το όριο των 20.000 ευρώ, δυσανάλογος υπό το πρίσμα της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας· και γ) καταλαμβάνει και τις εργατικές διαφορές, οι οποίες έχουν ιδιαίτερη κοινωνική σημασία. Γ. Νομοτεχνικές βελτιώσεις Εφόσον η ρύθμιση παραμείνει στο σώμα του Σχεδίου Νόμου, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επέλθουν οι ακόλουθες νομοτεχνικές βελτιώσεις: α)Κριτήριο δεν πρέπει να αποτελεί το ποσό που επιδικάζεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, όπως αυτή προσδιορίστηκε κατά τη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. β)Το όριο των 20.000 ευρώ θα πρέπει να μειωθεί στα 10.000 ευρώ, ενώ αντίστοιχη μείωση θα πρέπει να προβλεφθεί και για τις εργατικές διαφορές, με καθορισμό του ορίου στα 4.000 ευρώ. γ) θα πρέπει να διευκρινιστεί, είτε στο σώμα της διάταξης είτε, έστω, στην ανάλυση συνεπειών της ρύθμισης, ότι: i) προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση η απόφαση με την οποία απορρίπτεται ολικά η αγωγή· και ii) τι ισχύει στις περιπτώσεις αντικειμενικής ή επικουρικής σώρευσης μη αποτιμητού σε χρήμα αιτήματος, όπως, ενδεικτικά, αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας δικαιοπραξίας. Θα καταλαμβάνει η απαγόρευση άσκησης αναίρεσης και το αίτημα αυτό; δ) Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η προβλεπόμενη εξαίρεση δεν ισχύει μόνο σε περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά και όταν το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι στερείται δικαιοδοσίας και κήρυξε απαράδεκτο. Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559.14 ΚΠολΔ. ε)Τέλος, κάθε νέα ρύθμιση θα πρέπει να συνοδευθεί από σαφή και πλήρη μεταβατική διάταξη. Επισημαίνεται, τέλος, ότι η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 53 § 3 Π.Δ. 18/1989 για την αίτηση αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ, δεν συνδέει το χρηματικό όριο με το επιδικασθέν ποσό, αλλά με το αμφισβητούμενο από τον διοικούμενο ή την Διοίκηση, ενώ προβλέπονται εξαιρέσεις βάσει της φύσης του αντικειμένου της διαφοράς και όχι του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης. Θεωρώ ότι είναι νομοτεχνικά ορθότερη από την προτεινόμενη.