• Σχόλιο του χρήστη 'ΜΑΡΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ' | 9 Ιουλίου 2026, 13:26

    Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 53 με τίτλο "Αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη" του Μέρους Δ Κεφαλαίου Α ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, είναι εξόχως προβληματική καθώς φαίνεται να αποδίδει στον διαμεσολαβητή αρμοδιότητες που υπερβαίνουν τη φύση και τον θεσμικό του ρόλο. Ειδικότερα, με την προτεινόμενη ρύθμιση ο διαμεσολαβητής καλείται να διαπιστώσει την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, να αξιολογήσει την αποδεικτική τους επάρκεια και να προβεί σε σχετική αναφορά στο πρακτικό διαμεσολάβησης. Με τον τρόπο αυτό, η διάταξη τον μετατρέπει, κατ' ουσίαν, σε οιονεί δικαστή, αναθέτοντάς του αξιολογικές κρίσεις που προσιδιάζουν στην αποδεικτική λειτουργία του δικαστηρίου. Η επιλογή αυτή δεν συνάδει με τη φύση της διαμεσολάβησης. Ο διαμεσολαβητής, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του θεσμού, οφείλει να είναι ουδέτερος, αμερόληπτος και ανεξάρτητος, με ρόλο απλώς να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των μερών, χωρίς να προβαίνει σε κρίσεις επί της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών τους ή της αποδεικτικής αξίας των προσκομιζόμενων στοιχείων. Αποστολή του είναι να υποβοηθήσει τα μέρη στην επίτευξη συμφωνίας και, εφόσον αυτή επιτευχθεί, να αποτυπώσει πιστά το περιεχόμενό της συμφωνίας μεταξύ των μερών, στο πρακτικό διαμεσολάβησης, χωρίς να ενσωματώνει προσωπικές αξιολογήσεις ή διαπιστώσεις ως προς την ύπαρξη ή μη του επίδικου δικαιώματος. Κατά συνέπεια, η ανάθεση στον διαμεσολαβητή της υποχρέωσης να αξιολογεί αποδεικτικά στοιχεία και να διαπιστώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας αλλοιώνει τον χαρακτήρα της διαμεσολάβησης ως διαδικασίας συναινετικής επίλυσης διαφορών και δημιουργεί σύγχυση μεταξύ του διαμεσολαβητικού και του δικαιοδοτικού έργου. Περαιτέρω, η ρύθμιση του άρθρου 53 εμφανίζεται ανεπαρκής και ελλιπής ως προς το αντικείμενο που επιχειρεί να ρυθμίσει. Ο νομοθέτης περιορίζεται αποκλειστικά στις αναγνωριστικές αγωγές κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων που έχουν καταχωρισθεί ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», παραβλέποντας ότι οι κτηματολογικές διαφορές μεταξύ ιδιωτών και του Ελληνικού Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. είναι σημαντικά ευρύτερες, ανεξαρτήτως αιτίας κτήσης δικαιώματος (με τρόπο πρωτότυπο ή παράγωγο) από την πλευρά των ιδιωτών. Ειδικότερα, στην πράξη ανακύπτουν συχνά διαφορές που αφορούν γεωμετρικές μεταβολές και προσκυρώσεις τμημάτων ακινήτων, όταν τα προς προσκύρωση τμήματα είτε εμφανίζονται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» είτε έχουν καταχωρισθεί ως ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α. ή σε Ν.Π.Δ.Δ. Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν εξίσου πρόσφορο πεδίο συναινετικής επίλυσης μέσω διαμεσολάβησης, πλην όμως παραμένουν εκτός του πεδίου εφαρμογής της διάταξης, χωρίς να προκύπτει εύλογη δικαιολογία για τον περιορισμό αυτό. Εξάλλου, η διάταξη δεν αντιμετωπίζει το ουσιώδες δικονομικό και κτηματολογικό ζήτημα της καταχώρισης του πρακτικού διαμεσολάβησης. Κατά το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, λόγω της ύπαρξης κενού στο γράμμα του νόμου, τα Κτηματολογικά Γραφεία δεν δύνανται να καταχωρίσουν πρακτικά διαμεσολάβησης αποκλειστικά και μόνο επειδή το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν προβάλλει δικαίωμα κυριότητας. Η δήλωση αυτή δεν συνιστά, σύμφωνα με το Εθνικό Κτηματολόγιο, από μόνη της νόμιμο τίτλο για τη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής κατά την έννοια του ν. 2664/1998. Συνεπώς, η αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 53 προϋποθέτει την παράλληλη τροποποίηση του άρθρου 6 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2664/1998, ώστε να προβλεφθεί ρητώς ότι το πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο καταρτίζεται με τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. ή των Ν.Π.Δ.Δ. και περιέχει τη συναίνεσή τους στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, επαρκεί για την καταχώριση του εκάστοτε πρακτικού επιτυχούς διαμεσολάβησης στο Κτηματολόγιο και την πραγματοποίηση των αιτούμενων διορθώσεων. Διαφορετικά, η εισαγόμενη ρύθμιση κινδυνεύει να παραμείνει ανεφάρμοστη στην πράξη, επιβαρύνοντας του πολίτες με επιπρόσθετες δαπάνες και χρονοκαθυστέρηση, καθώς η προβλεπόμενη εξωδικαστική διαδικασία δεν θα μπορεί να ολοκληρωθεί με την επιδιωκόμενη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής.