Αρχική «Ενίσχυση της εφαρμογής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας και λοιπές διατάξεις - Ενσωμάτωση Οδηγίας (Ε.Ε.) 2023/970»ΜΕΡΟΣ Α΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2023/970 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 10ης ΜΑΙΟΥ 2023 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΜΟΙΒΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΓΙΑ ΟΜΟΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ Ή ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΗΣ ΑΞΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Άρθρο 1 Σκοπός – Τροποποίηση άρθρου 34 Κώδικα Εργατικού Δικαίου (άρθρο 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970)Σχόλιο του χρήστη Σύλλογος Εργαζομένων Επιθεώρησης Εργασίας | 17 Ιουνίου 2026, 17:07




Κατάθεση απόψεων του Συλλόγου Εργαζομένων της Επιθεώρησης Εργασίας στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης «Ενίσχυση της εφαρμογής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας και λοιπές διατάξεις – Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970» Ο Σύλλογος Εργαζομένων της Επιθεώρησης Εργασίας συμφωνεί με τον βασικό στόχο της υπό ενσωμάτωση Οδηγίας, δηλαδή την καταπολέμηση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ γυναικών και ανδρών. Αναγνωρίζουμε ότι το μισθολογικό χάσμα αποτελεί σύνθετο κοινωνικό και εργασιακό φαινόμενο, το οποίο συνδέεται με τα έμφυλα στερεότυπα, τη διαιώνιση της «γυάλινης οροφής» και του «κολλώδους δαπέδου», τον οριζόντιο και κάθετο επαγγελματικό διαχωρισμό, την υπερεκπροσώπηση των γυναικών σε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, καθώς και την άνιση κατανομή των ευθυνών φροντίδας. Επιπλέον, μέρος του χάσματος αποδίδεται σε άμεσες και έμμεσες διακρίσεις λόγω φύλου κατά τον καθορισμό των αμοιβών. Τα παραπάνω συνιστούν διαρθρωτικά εμπόδια που δυσχεραίνουν την επίτευξη ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας και έχουν μακροπρόθεσμες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, όπως η διεύρυνση του συνταξιοδοτικού χάσματος και η αυξημένη έκθεση των γυναικών στον κίνδυνο φτώχειας. Ωστόσο, θεωρούμε ότι το αποτελεσματικότερο εργαλείο για την αντιμετώπιση των μισθολογικών ανισοτήτων παραμένει η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η επέκταση της κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και η αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Στο πλαίσιο αυτό κρίνουμε αναγκαία την πλήρη επαναφορά των πέντε βασικών πυλώνων που στήριζαν διαχρονικά το σύστημα συλλογικών συμβάσεων στην Ελλάδα: • Την αρχή της εύνοιας και την υπεροχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εργαζόμενο. • Την επέκταση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων στο σύνολο του κλάδου. • Την ενίσχυση της συνδικαλιστικής πυκνότητας. • Τη λειτουργία ισχυρού μηχανισμού μεσολάβησης και διαιτησίας μέσω του ΟΜΕΔ. • Την προστασία των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και της συνδικαλιστικής δράσης. Η αντιμετώπιση του μισθολογικού χάσματος δεν μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω νέων διαδικασιών ελέγχου και γραφειοκρατικών μηχανισμών. Όσο η συλλογική διαπραγματευτική ισχύς των εργαζομένων παραμένει αποδυναμωμένη, οι ανισότητες στην αγορά εργασίας θα αναπαράγονται. Η πολιτεία επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα βαθιά διαρθρωτικό πρόβλημα χωρίς να αποκαθιστά τα θεμελιώδη εργαλεία που ιστορικά συνέβαλαν στον περιορισμό του: τις ισχυρές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τον ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο. Η Επιθεώρηση Εργασίας λειτουργεί πλέον στα όρια των επιχειρησιακών της δυνατοτήτων. Οι περιφερειακές υπηρεσίες έχουν αποδυναμωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε πολλές περιπτώσεις οι εναπομείναντες επιθεωρητές καλούνται να καλύψουν πολλαπλά αντικείμενα και εκτεταμένες γεωγραφικές περιοχές. Η συνεχής ανάθεση νέων αρμοδιοτήτων χωρίς αντίστοιχη στελέχωση δεν συνιστά μεταρρύθμιση, αλλά διοικητική μετακύλιση ευθυνών σε μια υπηρεσία που ήδη λειτουργεί υπό καθεστώς υπερφόρτωσης. Πέραν των ανωτέρω γενικών παρατηρήσεων, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η Επιθεώρηση Εργασίας αντιμετωπίζει ήδη σοβαρό πρόβλημα υποστελέχωσης. Η μετατροπή της σε Ανεξάρτητη Αρχή, σε συνδυασμό με τη μεταφορά σημαντικού αριθμού υπαλλήλων στις κεντρικές υπηρεσίες, έχει αποδυναμώσει σημαντικά τις περιφερειακές δομές. Παράλληλα, η ανάθεση νέων αρμοδιοτήτων με τον ν. 4808/2021, όπως η διαχείριση εργατικών διαφορών που αφορούν περιστατικά βίας και παρενόχλησης στην εργασία, πραγματοποιήθηκε χωρίς αντίστοιχη αύξηση των οργανικών θέσεων. Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει συνθήκες εργασιακής ασφυξίας για το προσωπικό της Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο καταβάλλει καθημερινά υπερπροσπάθεια προκειμένου να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις του κόσμου της εργασίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάθεση των πρόσθετων καθηκόντων που προβλέπονται στο παρόν σχέδιο νόμου, χωρίς παράλληλη ουσιαστική ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα αποτελεσματικής εφαρμογής των νέων διατάξεων. Κατά την άποψή μας, απαιτείται τουλάχιστον διπλασιασμός των οργανικών θέσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η ουσιαστική υλοποίηση των προβλεπόμενων μέτρων. Παρατηρήσεις επί των άρθρων 10, 26, 27 και 34 Ειδικότερα, με το άρθρο 10 του σχεδίου νόμου οι Επιθεωρητές Εργασίας καλούνται να αξιολογούν κατά πόσο μισθολογικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων διαφορετικού φύλου δικαιολογούνται από αντικειμενικά και ουδέτερα ως προς το φύλο κριτήρια. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σύνθετη αρμοδιότητα, ιδίως σε μια αγορά εργασίας όπου σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται ήδη η παρέμβαση της Επιθεώρησης για την καταβολή ακόμη και των νόμιμων αποδοχών. Η διαπίστωση εργασίας ίσης αξίας δεν αποτελεί απλή σύγκριση μισθολογικών στοιχείων. Προϋποθέτει αξιολόγηση καθηκόντων, επαγγελματικών προσόντων, βαθμού ευθύνης, συνθηκών εργασίας και λοιπών παραμέτρων που προσεγγίζουν περισσότερο αντικείμενα εξειδικευμένης αξιολόγησης θέσεων εργασίας και ανθρώπινου δυναμικού παρά τον κλασικό έλεγχο εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας που διενεργεί σήμερα η Επιθεώρηση Εργασίας. Ως εκ τούτου, η ανάθεση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας απαιτεί εξειδικευμένη εκπαίδευση, σαφή μεθοδολογία και επαρκείς πόρους, προκειμένου να μπορεί να ασκηθεί με αντικειμενικότητα και ασφάλεια δικαίου. Επιπλέον, η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει ότι οι Επιθεωρητές έχουν δικαίωμα να ζητούν σχετικά στοιχεία από τους εργοδότες, οι οποίοι δύνανται να τα παρέχουν εντός διμήνου, χωρίς όμως να προβλέπεται αντίστοιχη κύρωση σε περίπτωση άρνησης ή μη συμμόρφωσης. Η έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών εξαναγκασμού δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς την πρακτική εφαρμογή της διάταξης. Με το άρθρο 26 προβλέπεται η σύσταση Τμήματος Παρακολούθησης της Ίσης Μεταχείρισης και της Ίσης Αμοιβής στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ωστόσο, η δημιουργία νέας οργανικής μονάδας δεν συνοδεύεται από πρόβλεψη για νέες οργανικές θέσεις, σε αντίθεση με όσα ορθώς προβλέπονται για τον Συνήγορο του Πολίτη στο άρθρο 25, όπου συστήνονται πέντε νέες οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού. Θεωρούμε ότι ανάλογη πρόβλεψη είναι απολύτως αναγκαία και για την Επιθεώρηση Εργασίας. Περαιτέρω, με το άρθρο 27 ανατίθεται στην Επιθεώρηση Εργασίας η αρμοδιότητα επίλυσης διαφορών λόγω διάκρισης ως προς την αμοιβή λόγω φύλου. Πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα απαιτητικό, τόσο ως προς τη διαπίστωση της ίδιας της μισθολογικής διάκρισης όσο και ως προς τη διαδικασία που προβλέπεται να ακολουθείται σε στενά χρονικά πλαίσια και σε συνεργασία με τον Συνήγορο του Πολίτη. Στο σημείο αυτό τίθενται εύλογα ερωτήματα: με ποια εργαλεία και με ποια μεθοδολογία θα διαπιστώνεται η ύπαρξη μισθολογικής διάκρισης; Πόσος χρόνος θα απαιτείται για την τεκμηρίωση μιας σύνθετης και συχνά δυσδιάκριτης μορφής διάκρισης; Πώς θα επηρεάσει τη διαδικασία η προβλεπόμενη συνεργασία με τον Συνήγορο του Πολίτη, δεδομένης της ήδη υφιστάμενης υποστελέχωσης των εμπλεκόμενων υπηρεσιών; Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε ότι η ανάθεση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας στην Επιθεώρηση Εργασίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά χωρίς προηγούμενη ουσιαστική ενίσχυση της υπηρεσίας με εξειδικευμένο προσωπικό, κατάλληλη εκπαίδευση και σαφές θεσμικό πλαίσιο. Η διαπίστωση και τεκμηρίωση μισθολογικών διακρίσεων αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα σύνθετο, το οποίο δεν μπορεί να προστεθεί στις ήδη υφιστάμενες αρμοδιότητες των Επιθεωρητών χωρίς σοβαρή προετοιμασία και χωρίς πρόβλεψη των αναγκαίων πόρων. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η νέα διαδικασία να παραμείνει ανεφάρμοστη στην πράξη και να δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα τόσο στους εργαζομένους όσο και στην ίδια την υπηρεσία. Ιδιαίτερη αναφορά απαιτεί και το άρθρο 34 της προτεινόμενης ρύθμισης, με τίτλο «Διευκόλυνση πρόσβασης των εργαζομένων στην Επιθεώρηση Εργασίας». Η διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα εξ αποστάσεως συζήτησης εργατικής διαφοράς όταν στον τόπο παροχής της εργασίας ή κατοικίας του εργαζομένου δεν εδρεύει αρμόδια υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται ποιες ακριβώς περιοχές θεωρούνται ότι στερούνται πρόσβασης σε υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας, ούτε προσδιορίζονται αντικειμενικά κριτήρια εφαρμογής της διάταξης. Παραμένει ασαφές εάν η ρύθμιση αφορά νησιωτικές περιοχές, ορεινές περιοχές, απομακρυσμένους δήμους ή περιοχές στις οποίες η υπηρεσία αδυνατεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά λόγω υποστελέχωσης. Κυρίως όμως, η διάταξη δημιουργεί τον εύλογο προβληματισμό ότι επιχειρείται η αντιμετώπιση της υποστελέχωσης και της συρρίκνωσης των περιφερειακών υπηρεσιών μέσω της εξ αποστάσεως διεξαγωγής εργατικών διαφορών. Η πρόσβαση των πολιτών στην Επιθεώρηση Εργασίας δεν μπορεί να εξασφαλίζεται αποκλειστικά με τεχνολογικά μέσα όταν το βασικό πρόβλημα είναι η απουσία επαρκώς στελεχωμένων υπηρεσιών σε ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Οι εργατικές διαφορές αποτελούν διαδικασία με έντονο στοιχείο προσωπικής παρουσίας, διαμεσολάβησης και άμεσης επικοινωνίας των μερών. Η εξ αποστάσεως διεξαγωγή τους μπορεί να λειτουργήσει επικουρικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τη φυσική παρουσία των υπηρεσιών ούτε να αποτελεί απάντηση στα προβλήματα στελέχωσης και λειτουργίας της Επιθεώρησης Εργασίας. Σήμερα υπηρεσίες της Επιθεώρησης Εργασίας λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ένας μικρός αριθμός Επιθεωρητών καλείται να εξυπηρετήσει ολόκληρους νομούς ή πολλαπλά αντικείμενα ελέγχου. Υπό τις συνθήκες αυτές, κάθε νέα αρμοδιότητα αφαιρεί χρόνο και πόρους από τον βασικό πυρήνα της αποστολής της υπηρεσίας, δηλαδή τον έλεγχο της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας και την άμεση εξυπηρέτηση εργαζομένων και επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό ζητούμε την επανεξέταση της διάταξης και, σε κάθε περίπτωση, την αποσαφήνιση των προϋποθέσεων εφαρμογής της, ώστε να μην οδηγήσει σε περαιτέρω αποδυνάμωση του θεσμού της εργατικής διαφοράς και της φυσικής παρουσίας της Επιθεώρησης Εργασίας στην περιφέρεια.