• Σχόλιο του χρήστη 'ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΕΑΜΑΤΟΣ ΑΚΡΟΑΜΑΤΟΣ' | 17 Ιουνίου 2026, 16:13

    Παρατηρήσεις Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος επί του σχεδίου νόμου για την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970 σχετικά με τη διαφάνεια των αμοιβών και την εφαρμογή της αρχής της ίσης αμοιβής. Η προώθηση της ισότητας στην εργασία και η εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης στις αμοιβές αποτελούν διαχρονικά αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970 συνιστά μια κίνηση προς μια θετική κατεύθυνσή, καθώς επιχειρεί να ενισχύσει τη διαφάνεια στους μηχανισμούς καθορισμού των αμοιβών και να διευκολύνει τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση φαινομένων μισθολογικής ανισότητας. Οι μισθολογικές ανισότητες μεταξύ γυναικών και ανδρών δεν αποτελούν ένα στενά μισθολογικό ζήτημα, αλλά αποτυπώνουν ευρύτερες ανισότητες που εξακολουθούν να υφίστανται στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία. Οι περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης, αλλά και η δυσανάλογη ανάληψη οικογενειακών και φροντιστικών υποχρεώσεων εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά τις επαγγελματικές προοπτικές, αλλά και το επίπεδο των εισοδημάτων. Το χάσμα στις μισθολογικές απολαβές δεν αφορά μόνο τον εργάσιμο βίο, αλλά επηρεάζει την γενικότερη ζωή των γυναικών, μειώνει τις συνταξιοδοτικές απολαβές, μειώνει την δυνατότητα αποταμίευσης και δημιουργίας ενός ιστού ασφαλείας, αυξάνοντας συνεπώς τον κίνδυνο για φτωχοποίηση στις μεγαλύτερες ηλικίες. Ωστόσο, η ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να εξαντλείται στη δημιουργία νέων διαδικασιών και τεχνοκρατικών μηχανισμών, των οποίων η αποτελεσματικότητα αμφισβητείται, ιδίως υπό τις συνθήκες υποστελέχωσης της Επιθεώρησης Εργασίας. Η πραγματική πρόοδος προς την κατεύθυνση της μισθολογικής ισότητας προϋποθέτει την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την αύξηση της κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τη συνολική βελτίωση των αμοιβών και των όρων εργασίας, εν αντιθέσει με την συνολικότερη απαξίωσή τους. Προβληματιζόμαστε επίσης ιδιαίτερα καθώς η διερεύνηση και τεκμηρίωση μισθολογικών διακρίσεων προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση, κατάλληλα ελεγκτικά εργαλεία και επαρκή χρόνο, ενώ η προβλεπόμενη συνεργασία με τον Συνήγορο του Πολίτη καθιστά τη διαδικασία ακόμη πιο απαιτητική σε επίπεδο συντονισμού και συνεργασίας ανθρωπίνων πόρων. Το αντίστοιχο άρθρο (Άρθρο 27), δεν προβλέπει κάποια ειδική εκπαίδευση των ανθρώπων που θα αναλάβουν αυτό το δύσκολο έργο, αφήνοντας ερωτηματικά σχετικά με την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας. Προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι οι διατάξεις για τη μισθολογική διαφάνεια και τους μηχανισμούς παρακολούθησης των αμοιβών εφαρμόζονται αποκλειστικά στους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αφήνοντας εκτός άλλες μορφές απασχόλησης που καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της αγοράς εργασίας. Παράλληλα, το σχέδιο νόμου υιοθετεί περιοριστικότερη προσέγγιση από εκείνη της Οδηγίας ως προς το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητούν πληροφορίες για τις αμοιβές, καθώς παρέχεται στον εργοδότη η δυνατότητα απόρριψης επαναλαμβανόμενων αιτημάτων, γεγονός που ενδέχεται να αποδυναμώσει στην πράξη την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος αυτού. Εξίσου σημαντικό είναι ότι αξιοποιείται η δυνατότητα εξαίρεσης των επιχειρήσεων με λιγότερους από 100 εργαζόμενους από βασικές υποχρεώσεις αναφοράς και παρακολούθησης του μισθολογικού χάσματος. Η επιλογή αυτή περιορίζει σημαντικά την εμβέλεια των νέων μέτρων, καθώς ένα σημαντικό κομμάτι των επιχειρήσεων δεν θα υποχρεούται να συλλέγει, να αξιολογεί και να δημοσιοποιεί συστηματικά στοιχεία σχετικά με τις μισθολογικές ανισότητες. Τέλος, από τον νόμο εξαιρείται το προσωπικό του δημόσιου τομέα από τη διαδικασία επίλυσης διαφορών που θεσπίζεται για περιπτώσεις μισθολογικών διακρίσεων λόγω φύλου. Η επιλογή αυτή φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τον καθολικό χαρακτήρα της αρχής της ίσης αμοιβής, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο στο ενωσιακό όσο και στο εθνικό δίκαιο, και δημιουργεί ερωτήματα ως προς τη διαφορετική μεταχείριση εργαζομένων που τελούν υπό παρόμοιες συνθήκες προστασίας δικαιωμάτων. Εφόσον ο σκοπός του νομοσχεδίου είναι η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης αμοιβής για όλους τους εργαζομένους, δεν δικαιολογείται επαρκώς η εξαίρεση ενός τόσο σημαντικού τμήματος του εργατικού δυναμικού από τους προβλεπόμενους μηχανισμούς προστασίας. Για να υπάρξει λοιπόν η αρχή της ίσης αμοιβής, θα πρέπει να έχουν προηγηθεί: • η αποκατάσταση του πλήρους πλαισίου προστασίας των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, • η διεύρυνση της εφαρμογής των κλαδικών συμβάσεων, • η ενίσχυση των θεσμών μεσολάβησης και διαιτησίας, • η αποτελεσματική προστασίας της συνδικαλιστικής ελευθερίας, • η προώθηση του κοινωνικού διαλόγου σε όλα τα επίπεδα.