Αρχική Σχέδιο νόμου "Προσωπικός Βοηθός, Πρώιμη Παρέμβαση και λοιπές ενεργητικές πολιτικές για άτομα με αναπηρία"ΜΕΡΟΣ Ε΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (Άρθρα 46-58)Σχόλιο του χρήστη Pro Bono Publico | 10 Ιουλίου 2026, 17:09




Συστάσεις για την αντιμετώπιση της αστεγίας, της ακατάλληλης κατοίκησης και του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού των Ρομά Οι υπό διαβούλευση διατάξεις περιλαμβάνουν θετικές κατευθύνσεις: ενισχύουν τον ρόλο του ΟΠΕΚΑ στον σχεδιασμό στεγαστικών δράσεων, υποστηρίζουν την κοινωνική μίσθωση, επιδιώκουν να αποτρέψουν τη διακοπή της στεγαστικής υποστήριξης μετά το πρόγραμμα «Κάλυψη» και δημιουργούν δυνατότητες αύξησης του διαθέσιμου στεγαστικού αποθέματος. Παραμένει, ωστόσο, ένα ουσιώδες κενό. Δεν αποσαφηνίζεται με ποιον τρόπο οι ρυθμίσεις αυτές θα καταστούν πραγματικά προσβάσιμες σε ανθρώπους που βιώνουν τις βαρύτερες μορφές στεγαστικής αποστέρησης: οικογένειες που ζουν σε παραπήγματα, αυτοσχέδιες κατασκευές, ακατάλληλα λυόμενα ή επικίνδυνα κτίσματα, χωρίς σταθερή πρόσβαση σε νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, αποχέτευση, αποκομιδή απορριμμάτων, ασφαλή οδική πρόσβαση και δημόσια συγκοινωνία. Οι ακόλουθες συστάσεις δεν εισηγούνται ένα αυτοτελές ή αποκλειστικό στεγαστικό καθεστώς για τους Ρομά ούτε τη θέσπιση νέων, διακριτών άρθρων. Αποβλέπουν στη δικαιωματική εξειδίκευση και αποτελεσματική εφαρμογή των ήδη προτεινόμενων διατάξεων, ώστε οι γενικές στεγαστικές πολιτικές να μην αποκλείουν, εξαιτίας των ίδιων των όρων τους, εκείνους που τις έχουν περισσότερο ανάγκη. Η πραγματική έκταση του προβλήματος Η αστεγία δεν περιορίζεται στη διαβίωση στον δρόμο. Το άρθρο 29 του ν. 4052/2012 περιλαμβάνει στην έννοια των αστέγων και τα πρόσωπα που έχουν επισφαλή πρόσβαση σε επαρκή κατοικία ή διαβιούν σε ακατάλληλα καταλύματα χωρίς τις αναγκαίες τεχνικές προδιαγραφές και βασικές υπηρεσίες ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Η ύπαρξη ενός πρόχειρου καταλύματος δεν αναιρεί, επομένως, τη στεγαστική αποστέρηση. Η επίσημη χαρτογράφηση καταγράφει 116.090 Ρομά, από τους οποίους 99.130 διαβιούν σε 349 οικισμούς και 16.960 σε 104 περιοχές διάσπαρτων νοικοκυριών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται 85 άκρως υποβαθμισμένες περιοχές, με καλύβια, παραπήγματα και απουσία βασικών υποδομών, καθώς και 189 περιοχές με ανάμειξη σταθερών και πρόχειρων κατασκευών και μερική μόνο πρόσβαση σε νερό, ηλεκτρισμό, αποχέτευση και οδοποιία. Τα στοιχεία δεν προέρχονται από γενική απογραφή αλλά από πληροφορίες των δήμων. Αποτελούν, συνεπώς, την επίσημη διοικητική αποτύπωση του φαινομένου και όχι κατ’ ανάγκην την πλήρη έκτασή του. Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας, Επίσημη καταγραφή πληθυσμού και περιοχών εγκατάστασης Ρομά, 2025 https://egroma.gov.gr/wp-content/uploads/2025/09/2025-%CE%A4%CE%95%CE%9B%CE%99%CE%9A%CE%9F-%CE%A3%CE%A7%CE%95%CE%94%CE%99%CE%9F-%CE%9A%CE%91%CE%A4%CE%91%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%97%CE%A3.pdf Δεν υπάρχει, ασφαλώς, μία ενιαία πραγματικότητα για όλους τους Ρομά ούτε για όλες τις περιοχές διαβίωσης. Άλλες στερούνται πλήρως βασικών υποδομών, άλλες διαθέτουν μερική πρόσβαση σε υπηρεσίες και άλλες έχουν τα χαρακτηριστικά υποβαθμισμένης γειτονιάς μέσα στον αστικό ιστό. Γι’ αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί μία οριζόντια λύση. Χρειάζεται αξιολόγηση των πραγματικών συνθηκών κάθε περιοχής και των αναγκών κάθε νοικοκυριού. Νομική θεμελίωση Το άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζει ότι η απόκτηση κατοικίας από όσους τη στερούνται ή στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους. Η διάταξη δεν παρέχει αυτομάτως σε κάθε πρόσωπο αξίωση επί συγκεκριμένου ακινήτου. Επιβάλλει, όμως, ειδική ευθύνη στην Πολιτεία να σχεδιάζει αποτελεσματικά, αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις μέτρα για όσους στερούνται κατοικίας ή ζουν σε ανεπαρκείς συνθήκες. Άρθρο 21 Συντάγματος Η ευθύνη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 για την ανθρώπινη αξία, τα άρθρα 4 και 5 για την ισότητα και τη συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή, το άρθρο 24 παρ. 2 για τον χωρικό σχεδιασμό με σκοπό την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης και το άρθρο 25 παρ. 1 για το κοινωνικό κράτος δικαίου και την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ένα στεγαστικό πρόγραμμα δεν αρκεί να είναι τυπικά ανοικτό σε όλους. Πρέπει να είναι και πραγματικά προσβάσιμο. Αν οι προϋποθέσεις συμμετοχής αποκλείουν ακριβώς εκείνους που ζουν χωρίς αναγνωρισμένη διεύθυνση, μισθωτήριο, ατομικό λογαριασμό κοινής ωφέλειας ή πλήρη διοικητικά έγγραφα, η συνταγματική ειδική φροντίδα για τους ανεπαρκώς στεγαζομένους παραμένει χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα. Αντίστοιχα, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεσμεύει, κατά το άρθρο 51, τις εθνικές αρχές όταν εφαρμόζουν δίκαιο της Ένωσης. Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει ιδίως κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 44 και 53, κατά την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ για την ίση μεταχείριση στη στέγαση και κατά την εφαρμογή της Οδηγίας 2020/2184 για την πρόσβαση ευάλωτων και περιθωριοποιημένων ομάδων σε πόσιμο νερό. Άρθρο 51 του Χάρτη Στο πεδίο αυτό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία το άρθρο 1 του Χάρτη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το άρθρο 7 για την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και την κατοικία, τα άρθρα 20 και 21 για την ισότητα και τη μη διάκριση, το άρθρο 24 για το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το άρθρο 34 παρ. 3 για την κοινωνική και στεγαστική βοήθεια και το άρθρο 47 για την αποτελεσματική προσφυγή. Το άρθρο 34 παρ. 3 δεν δημιουργεί απεριόριστη αξίωση παροχής συγκεκριμένης κατοικίας. Αποτελεί, όμως, ουσιώδες κριτήριο ερμηνείας και νομιμότητας των μέτρων που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης. Παράλληλα, η Οδηγία 2000/43/ΕΚ απαγορεύει την έμμεση διάκριση και επιτρέπει, στο άρθρο 5, ειδικά μέτρα για την πρόληψη ή αντιστάθμιση μειονεκτημάτων που συνδέονται με τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή. Οδηγία 2000/43/ΕΚ Τα θετικά μέτρα δεν αποτελούν προνόμιο ούτε εξαίρεση από την ισότητα. Αποτελούν μέσο πραγμάτωσης της ουσιαστικής ισότητας, εφόσον ανταποκρίνονται σε τεκμηριωμένη ανάγκη, είναι πρόσφορα και αναλογικά, εφαρμόζονται με διαφανή κριτήρια και δεν οδηγούν σε δημιουργία νέων εθνοτικά διαχωρισμένων δομών. Τέλος, το άρθρο 8 ΕΣΔΑ δεν θεμελιώνει γενικό δικαίωμα παροχής κατοικίας ούτε δικαίωμα κατάληψης δημόσιας ή ιδιωτικής γης. Η έννοια της «κατοικίας», όμως, είναι αυτοτελής και πραγματική. Εξαρτάται από τους επαρκείς και συνεχείς δεσμούς του προσώπου με τον χώρο και όχι αποκλειστικά από την ύπαρξη νόμιμου τίτλου. Η απομάκρυνση από τη μοναδική κατοικία πρέπει να έχει νόμιμη βάση, να επιδιώκει θεμιτό σκοπό και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Οι αρχές αυτές έχουν αναπτυχθεί, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Yordanova κ.ά. κατά Βουλγαρίας, Winterstein κ.ά. κατά Γαλλίας και Hirtu κ.ά. κατά Γαλλίας. Το άρθρο 14 ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, απαγορεύει τόσο την άμεση όσο και την έμμεση φυλετική διάκριση. Η εφαρμογή των ίδιων τυπικών προϋποθέσεων σε έναν ενοικιαστή με πλήρη δικαιολογητικά και σε μια οικογένεια που ζει χωρίς αναγνωρισμένη διεύθυνση μπορεί να αναπαράγει, αντί να αίρει, την ανισότητα. Με βάση τα παραπάνω, προτείνονται οι ακόλουθες βελτιώσεις κατά την αιτιολογική και εφαρμοστική πλαισίωση των υφιστάμενων διατάξεων. Σύσταση 1 – Ρητή κάλυψη της επισφαλούς και ακατάλληλης κατοίκησης Κατά την εφαρμογή των άρθρων 44, 46 και 47 πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι οι δράσεις καταπολέμησης της αστεγίας καλύπτουν, πέρα από τη διαβίωση στον δρόμο, και την επισφαλή φιλοξενία, την απειλή απώλειας της μοναδικής κατοικίας, τη διαβίωση σε ακατάλληλα ή επικίνδυνα κτίσματα και τη διαβίωση σε πρόχειρες κατασκευές ή περιοχές χωρίς βασικές υποδομές, όπως αυτές που έχει εντοπίσει η Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας https://egroma.gov.gr/%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b7-%cf%80%ce%bb%ce%b7%ce%b8%cf%85%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%87%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%b3%ce%ba/ Η υπαγωγή σε πρόγραμμα πρέπει να κρίνεται βάσει της πραγματικής στεγαστικής κατάστασης και όχι αποκλειστικά βάσει της νομικής μορφής του καταλύματος. Η αναγνώριση της στεγαστικής ανάγκης δεν νομιμοποιεί αυθαίρετη δόμηση, δεν δημιουργεί εμπράγματο δικαίωμα και δεν καταργεί τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη. Αντίστροφα, όμως, η απουσία τίτλου ή η πολεοδομική εκκρεμότητα δεν αναιρούν την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της οικογενειακής ζωής και των παιδιών ούτε την υποχρέωση αποτροπής της αστεγίας. Σύσταση 2 – Εναλλακτικά αποδεικτικά μέσα και υποβοηθούμενη πρόσβαση Οι εφαρμοστικές αποφάσεις και οι προσκλήσεις των προγραμμάτων δεν πρέπει να απαιτούν αποκλειστικά μισθωτήριο, τίτλο ιδιοκτησίας, ατομικό λογαριασμό κοινής ωφέλειας ή αναγνωρισμένη ταχυδρομική διεύθυνση. Η πραγματική διαμονή και η στεγαστική ανάγκη πρέπει να μπορούν να αποδεικνύονται και με κοινωνική έρευνα, αυτοψία, βεβαίωση κοινωνικής υπηρεσίας ή Κέντρου Κοινότητας, σχολικά ή υγειονομικά στοιχεία, υπεύθυνη δήλωση που ελέγχεται από τη διοίκηση και κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Παράλληλα, χρειάζεται ενεργός προσέγγιση των δυνητικών δικαιούχων και υποβοηθούμενη διαδικασία υποβολής αιτήσεων. Η ψηφιακή αίτηση είναι χρήσιμο εργαλείο, δεν μπορεί όμως να αποτελεί τον μοναδικό τρόπο πρόσβασης για ανθρώπους που δεν διαθέτουν εξοπλισμό, σύνδεση, ψηφιακές δεξιότητες ή πλήρη διοικητικά έγγραφα. Σύσταση 3 – Θετική, αλλά όχι αποκλειστική, στόχευση Η επιλογή των ωφελουμένων θα ήταν σκόπιμο να στηρίζεται σε ενιαίο δείκτη στεγαστικής αποστέρησης, ο οποίος να λαμβάνει υπόψη: • την έλλειψη νερού, ηλεκτρισμού και αποχέτευσης, • την επικινδυνότητα και ακαταλληλότητα του καταλύματος, • τον άμεσο κίνδυνο αστεγίας ή απομάκρυνσης, • την ύπαρξη ανηλίκων, εγκύων, ηλικιωμένων ή ατόμων με αναπηρία, • την απόσταση από σχολεία, υπηρεσίες υγείας και δημόσιες συγκοινωνίες, • την έκθεση σε πλημμύρες, πυρκαγιές, ρύπανση ή άλλους περιβαλλοντικούς κινδύνους. Η ιδιότητα του ότι κάποια/ος ανήκει στην κοινότητα των Ρομά δεν πρέπει να λειτουργεί ως αυτόματο και μοναδικό κριτήριο. Πρέπει, όμως, να λαμβάνονται ρητά υπόψη τα τεκμηριωμένα και διασταυρούμενα εμπόδια που συνδέονται με τον αντιτσιγγανισμό, τη διάκριση στην αγορά κατοικίας και τη σωρευτική κοινωνική και χωρική μειονεξία. Πρόκειται για την «εξειδικευμένη, αλλά όχι αποκλειστική στόχευση» που υιοθετεί και η ΕΣΚΕ Ρομά 2021–2030. Σύσταση 4 – Άμεση εξασφάλιση των βασικών υπηρεσιών Κατά τον εφαρμοστικό σχεδιασμό χρειάζεται δεσμευτικό πρόγραμμα πρόσβασης σε ασφαλές νερό, ηλεκτρική ενέργεια, αποχέτευση ή ασφαλείς προσωρινές εγκαταστάσεις υγιεινής, αποκομιδή απορριμμάτων, φωτισμό, πυρασφάλεια και ασφαλή οδική πρόσβαση. Η παροχή των απολύτως αναγκαίων υπηρεσιών δεν μπορεί να αναβάλλεται μέχρι την οριστική επίλυση κάθε ιδιοκτησιακού ή πολεοδομικού ζητήματος. Μπορεί να διευκρινίζεται ότι η προσωρινή ανθρωπιστική σύνδεση δεν δημιουργεί τίτλο ιδιοκτησίας, δεν νομιμοποιεί αυθαίρετη κατασκευή και δεν προδικάζει την τελική χωροταξική λύση. Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ζητήσει τη διάθεση επαρκών πόρων για νερό, αποχέτευση, ηλεκτρισμό, φωτισμό, μεταφορές, σχολεία και άλλες δημόσιες υπηρεσίες στις μειονεκτούσες περιοχές, με παράλληλα ενεργά μέτρα άρσης του στεγαστικού διαχωρισμού. Συμπεράσματα του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2023 ( https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-13517-2023-INIT/en/pdf ) Σύσταση 5 – Εξατομικευμένη στεγαστική διαδρομή και αποφυγή νέου διαχωρισμού Δεν είναι όλες οι περιοχές ούτε όλα τα νοικοκυριά ίδια. Η επιλογή της κατάλληλης λύσης πρέπει να ακολουθεί κοινωνική, τεχνική, πολεοδομική και περιβαλλοντική αξιολόγηση. Ανάλογα με τις περιστάσεις, η στεγαστική διαδρομή μπορεί να περιλαμβάνει άμεση προσωρινή στέγαση σε επείγουσες περιπτώσεις, ταχεία πρόσβαση σε αυτοτελή κατοικία, κοινωνική μίσθωση, διάσπαρτη κοινωνική κατοικία, επιτόπια αναβάθμιση όταν η περιοχή είναι ασφαλής και μπορεί νομίμως να ενταχθεί στον πολεοδομικό σχεδιασμό ή συναινετική μετεγκατάσταση σε κατάλληλη περιοχή. Η άρση του χωρικού διαχωρισμού δεν πρέπει να συγχέεται με την εξαναγκαστική διασπορά ή τη διάλυση των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών. Προϋποθέτει πραγματικές επιλογές, ουσιαστική συμμετοχή των κατοίκων και πρόσβαση σε σχολεία, εργασία, υγεία, συγκοινωνίες και δημόσιο χώρο. Δεν είναι συμβατή με τη δημιουργία νέων απομονωμένων οικιστικών συγκροτημάτων, ακόμη και αν αυτά διαθέτουν καλύτερες τεχνικές υποδομές. Σύσταση 6 – Ουσιαστική ενίσχυση της κοινωνικής μίσθωσης Η φορολογική απαλλαγή του άρθρου 53 μπορεί να διευρύνει την προσφορά κατοικιών, αλλά δεν εξασφαλίζει από μόνη της την πρόσβαση των πλέον ευάλωτων νοικοκυριών. Στην έρευνα της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας (ΜΕΛΕΤΗ για τα κοινωνικά – οικονομικά χαρακτηριστικά των Ρομά στην Ελλάδα - https://egroma.gov.gr/%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b1-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ac/ ) διατυπώνεται πως ‘’ το χαμηλό ποσοστό ενοικίασης (11%) ενδέχεται να σχετίζεται με την οικονομική επισφάλεια των νοικοκυριών και τα εμπόδια πρόσβασης στην τυπική αγορά κατοικίας, λόγω διακρίσεων ή έλλειψης σταθερού εισοδήματος. ‘’. Επομένως, η παραδοχή ότι η επιδότηση του μισθώματος αρκεί για την είσοδο στην ιδιωτική αγορά δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στην πραγματικότητα. Το επίδομα δεν δημιουργεί διαθέσιμο ακίνητο, δεν κάμπτει την άρνηση εκμίσθωσης και δεν καλύπτει αυτομάτως την εγγύηση, την προκαταβολή και τα πρώτα έξοδα εγκατάστασης. Για τον λόγο αυτό, τα προγράμματα κοινωνικής μίσθωσης πρέπει να μπορούν να περιλαμβάνουν: • μίσθωση του ακινήτου από δήμο ή πιστοποιημένο φορέα και υπεκμίσθωση στον ωφελούμενο, • δημόσια εγγύηση για την καταβολή του μισθώματος, • κάλυψη εγγυοδοσίας και πρώτων εξόδων εγκατάστασης, • ασφάλιση περιορισμένων υλικών ζημιών, • διαμεσολάβηση μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, • έλεγχο καταλληλότητας και ενεργειακής επάρκειας της κατοικίας, • προσβάσιμο μηχανισμό καταγγελιών για διάκριση στην αγορά κατοικίας. Σύσταση 7 – Αποτροπή στεγαστικού κενού μετά το πρόγραμμα «Κάλυψη» Η συνέχιση της στεγαστικής συνδρομής που προβλέπει το άρθρο 54 αποτελεί θετική ρύθμιση. Η προϋπόθεση, όμως, σύναψης νέας ενεργής μίσθωσης εντός έξι μηνών μπορεί να αποκλείσει όσους δεν διαθέτουν εγγύηση, προκαταβολή ή σταθερό εισόδημα ή αντιμετωπίζουν άρνηση εκμίσθωσης. Κατά την εξειδίκευση της διάταξης προτείνεται: • η αναζήτηση νέας κατοικίας να αρχίζει πριν από τη λήξη της συμμετοχής στο πρόγραμμα, • να παρέχεται στεγαστική διαμεσολάβηση, • να καλύπτονται η εγγύηση και τα εύλογα έξοδα μετακόμισης, • να προβλέπεται εύλογη παράταση όταν αποδεικνύεται ενεργός αλλά άκαρπη αναζήτηση, • να υπάρχει μεταβατική λύση, ώστε κανένα νοικοκυριό να μην επιστρέφει στην αστεγία επειδή δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει εγκαίρως ιδιωτικό μισθωτήριο. Σύσταση 8 – Μετρήσιμο κοινωνικό και χωρικό αντάλλαγμα στα άρθρα 55 και 56 Η μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων σε κατοικίες και η αξιοποίηση δημόσιας γης μπορούν να αυξήσουν το διαθέσιμο απόθεμα. Δεν εξασφαλίζουν, όμως, από μόνες τους ότι οι νέες κατοικίες θα είναι οικονομικά προσιτές ή ότι θα διατεθούν σε ανθρώπους που στεγάζονται ανεπαρκώς. Όταν παρέχονται σημαντικές πολεοδομικές διευκολύνσεις ή αξιοποιείται δημόσια περιουσία, πρέπει να προβλέπεται μετρήσιμη κοινωνική απόδοση. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει τη διάθεση μέρους των κατοικιών σε κοινωνική μίσθωση, προσιτά μισθώματα, μακρά διάρκεια κοινωνικής χρήσης και διαφανή κριτήρια επιλογής. Η χωροθέτηση πρέπει να αξιολογείται με βάση την πρόσβαση σε σχολεία, υπηρεσίες υγείας, εργασία, δημόσιες συγκοινωνίες και ασφαλή δημόσιο χώρο. Η αύξηση του στεγαστικού αποθέματος δεν πρέπει να οδηγήσει στη δημιουργία νέων ζωνών κοινωνικής και χωρικής απομόνωσης. Σύσταση 9 – Ουσιαστικές εγγυήσεις πριν από κάθε εκκένωση ή απομάκρυνση Η έκδοση πράξης αποβολής ή εκκένωσης επηρεάζει το δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας ακόμη και πριν από την εκτέλεσή της, καθώς δημιουργεί παρατεταμένη ανασφάλεια και φόβο απώλειας της μοναδικής κατοικίας. Η επίσημη κοινωνικοοικονομική μελέτη του 2025 καταγράφει, άλλωστε, ότι το 76% των ερωτηθέντων Ρομά ζούσε στο ίδιο κατάλυμα για περισσότερα από έξι χρόνια και ένα επιπλέον 12% για διάστημα τριών έως πέντε ετών. Σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται για εγκατάσταση δεκαετιών. Πριν από κάθε προγραμματισμένη απομάκρυνση πρέπει να προηγούνται: 1. έγκαιρη ενημέρωση σε κατανοητή γλώσσα, 2. πραγματική και καλόπιστη διαβούλευση, 3. εξατομικευμένη κοινωνική αξιολόγηση, 4. συνεκτίμηση της ύπαρξης παιδιών, ατόμων με αναπηρία, ασθενών και θυμάτων βίας, 5. εξέταση λιγότερο επαχθών λύσεων, 6. συγκεκριμένη αξιολόγηση του κινδύνου αστεγίας, 7. πρόταση διαθέσιμης, κατάλληλης και βιώσιμης εναλλακτικής στέγασης, 8. πρόσβαση σε νομική συνδρομή και αποτελεσματική δικαστική προστασία, 9. μέτρα για την προστασία της οικοσκευής, των εγγράφων, της υγείας και της σχολικής συνέχειας των παιδιών. Δεν προτείνεται απόλυτη απαγόρευση εφαρμογής της πολεοδομικής, περιβαλλοντικής ή ιδιοκτησιακής νομοθεσίας. Προτείνεται να αποφεύγεται η εκκένωση που οδηγεί προβλέψιμα ευάλωτες οικογένειες σε αστεγία, χωρίς εξατομικευμένη στάθμιση και πραγματική εναλλακτική λύση. Δεν είναι, άλλωστε, πειστικό να εμφανίζεται η εκκένωση ως μέσο προστασίας από ανθυγιεινές συνθήκες, όταν οι ίδιες συνθήκες έχουν διατηρηθεί επί χρόνια χωρίς παροχή βασικών υπηρεσιών και χωρίς εξασφάλιση άλλης κατοικίας. Μια απομάκρυνση που μεταφέρει την οικογένεια σε άλλο πρόχειρο χώρο ή την αφήνει χωρίς στέγη δεν επιλύει την ακατάλληλη κατοίκηση. Απλώς τη μετακινεί. Η σημασία των ζητημάτων αυτών αποτυπώνεται και στην παρέμβαση τρίτου που κατέθεσε, δυνάμει του άρθρου 36 παρ. 3 ΕΣΔΑ, ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης στην εκκρεμή υπόθεση Nikoleta Zereliga και λοιποί κατά Ελλάδας (αρ. προσφ. 7311/22) και δημοσιεύθηκε στις 7 Ιουλίου 2026 https://rm.coe.int/third-party-intervention-in-the-case-of-zereliga-and-others-v-greece-b/48802c6fb2 . Σύσταση 10 – Τοπικά Σχέδια Δράσης με συγκεκριμένο περιεχόμενο και κεντρική παρακολούθηση Μέχρι τον Μάιο του 2025 μόνο περίπου οι μισοί από τους 142 δήμους στους οποίους είχε καταγραφεί πληθυσμός Ρομά είχαν υποβάλει Τοπικό Σχέδιο Δράσης για την Κοινωνική Ένταξη, Συμμετοχή και Ισότητα των Ρομά. Ακόμη και η υποβολή σχεδίου, όμως, δεν εγγυάται από μόνη της την υλοποίησή του. Κάθε Τοπικό Σχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει, τουλάχιστον: • τον αριθμό και τα βασικά χαρακτηριστικά των νοικοκυριών, • αξιολόγηση της καταλληλότητας της περιοχής και των κινδύνων, • την προτεινόμενη στεγαστική λύση ανά περιοχή και κατηγορία ανάγκης, • τον υπεύθυνο φορέα υλοποίησης, • τον προϋπολογισμό και την πηγή χρηματοδότησης, • συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ενδιάμεσα ορόσημα, • δείκτες αποτελέσματος και δημόσια ενημέρωση για την πρόοδο. Η τοπική αυτοδιοίκηση έχει κρίσιμο ρόλο, αλλά η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από την πολιτική βούληση ή τη διοικητική ικανότητα κάθε δήμου. Χρειάζεται κεντρικός μηχανισμός τεχνικής υποστήριξης και παρακολούθησης και, σε περίπτωση παρατεταμένης αδράνειας, δυνατότητα ενεργοποίησης συμπληρωματικής κρατικής παρέμβασης. Σύσταση 11 – Συμμετοχή, λογοδοσία, έννομη προστασία και προστασία δεδομένων Στο πλαίσιο του άρθρου 60, η σύνθεση ή ο Κανονισμός λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας πρέπει να εξασφαλίζει ουσιαστική συμμετοχή του Εθνικού Σημείου Επαφής για τους Ρομά (ΓΓΚΑΚΦ), αντιπροσωπευτικών οργανώσεων Ρομά και, ιδίως, γυναικών και νέων Ρομά καθώς και των υπερ των Ρομά οργανώσεων. Η διαβούλευση πρέπει να προηγείται της επιλογής της στεγαστικής λύσης και να συνεχίζεται κατά την υλοποίηση και αξιολόγησή της. Η απλή ενημέρωση των κατοίκων μετά την οριστικοποίηση των αποφάσεων δεν συνιστά ουσιαστική συμμετοχή. Παράλληλα, χρειάζεται προσβάσιμος μηχανισμός υποβολής και παρακολούθησης καταγγελιών για αποκλεισμό από στεγαστικά προγράμματα, διάκριση στην ιδιωτική αγορά, διακοπή βασικών υπηρεσιών και παράλειψη εφαρμογής των Τοπικών Σχεδίων. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση και ενημέρωση για τα διαθέσιμα διοικητικά και δικαστικά μέσα προστασίας. Τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται αποκλειστικά για θεμιτούς κοινωνικούς και στατιστικούς σκοπούς, με ελαχιστοποίηση, ασφάλεια και περιορισμένη πρόσβαση. Τα στοιχεία εθνοτικής καταγωγής απαιτούν ιδιαίτερη προστασία. Η χαρτογράφηση των περιοχών διαβίωσης και τα κοινωνικά δεδομένα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για εθνοτική στοχοποίηση, συλλογική επιτήρηση ή προγνωστική αστυνόμευση. Κοινωνικοχωρικός αποκλεισμός, ανθρώπινη ασφάλεια και πρόληψη εγκληματογόνων συνθηκών Ο κοινωνικοχωρικός αποκλεισμός δεν συνίσταται απλώς στο γεγονός ότι ορισμένα νοικοκυριά κατοικούν στην ίδια περιοχή. Πρόκειται για τη σωρευτική κατάσταση κατά την οποία η ακατάλληλη κατοίκηση συνδυάζεται με φυσική απομόνωση, ανεπαρκείς υποδομές, μεγάλη απόσταση από σχολεία και υπηρεσίες, περιορισμένες δυνατότητες νόμιμης απασχόλησης, περιβαλλοντική υποβάθμιση, κοινωνικό στιγματισμό και ασθενή θεσμική παρουσία. Η στεγαστική πολιτική έχει, υπό αυτή την έννοια, και διάσταση ανθρώπινης ασφάλειας και κοινωνικής πρόληψης. Απαιτείται, όμως, απόλυτη σαφήνεια: ούτε η ιδιότητα του ότι κάποιος ανήκει στην Ρομά κοινότητα, ούτε η κατοίκηση σε οικισμό αποτελούν ένδειξη εγκληματικής προδιάθεσης. Δεν υπάρχει «εγκληματικότητα των Ρομά» ως συλλογικό χαρακτηριστικό. Υπάρχουν κοινωνικές, χωρικές και θεσμικές συνθήκες οι οποίες, όταν συσσωρεύονται σε οποιαδήποτε περιοχή, μπορούν να αυξήσουν την έκθεση των κατοίκων τόσο στη θυματοποίηση και στην εκμετάλλευση όσο και σε παράγοντες κινδύνου παραβατικότητας. Η χρόνια συγκέντρωση ακραίας φτώχειας, η σχολική διαρροή, η απουσία νόμιμων ευκαιριών απασχόλησης, ο ανεπαρκής φωτισμός, η έλλειψη ασφαλούς δημόσιου χώρου, υπηρεσιών ψυχικής υγείας και πρόληψης εξαρτήσεων και η μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς μπορούν να αποδυναμώσουν σημαντικούς προστατευτικούς παράγοντες. Η σχέση αυτή δεν είναι ούτε αυτόματη ούτε αιτιοκρατική. Οι κάτοικοι των υποβαθμισμένων περιοχών είναι συχνά οι πρώτοι που υφίστανται βία, εκμετάλλευση, εγκλήματα μίσους και ελλιπή πρόσβαση στην κρατική προστασία. Γι’ αυτό η επαρκής και μη διαχωρισμένη κατοικία, η σχολική συνέχεια, ο φωτισμός και ο ασφαλής δημόσιος χώρος, η κατάρτιση και νόμιμη απασχόληση, η υποστήριξη των νέων, η ψυχική υγεία, η πρόληψη των εξαρτήσεων, η κοινωνική διαμεσολάβηση και η προστασία των θυμάτων πρέπει να αντιμετωπίζονται και ως μέτρα κοινωνικής πρόληψης και δημόσιας ασφάλειας. Η διάσταση αυτή δεν πρέπει να μετατρέψει τη στεγαστική πολιτική σε μηχανισμό επιτήρησης ή καταστολής. Η επιτυχία των παρεμβάσεων πρέπει να αξιολογείται με δείκτες ανθρώπινης ασφάλειας: μείωση της θυματοποίησης και της σχολικής διαρροής, πρόσβαση σε υπηρεσίες και εργασία, διατήρηση της κατοικίας, εμπιστοσύνη στους θεσμούς και ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής — όχι αποκλειστικά με αριθμούς συλλήψεων ή αστυνομικών επιχειρήσεων. Καταληκτική θέση Οι παραπάνω συστάσεις δεν συνιστούν ειδικό προνόμιο υπέρ των Ρομά ούτε αναγνώριση δικαιώματος αυθαίρετης κατάληψης ή απεριόριστης παραμονής σε οποιονδήποτε χώρο. Συνιστούν δικαιωματική και λειτουργική εξειδίκευση των ήδη προβλεπόμενων μέτρων, ώστε η στεγαστική πολιτική να φθάνει πράγματι σε όσους στερούνται κατοικίας ή στεγάζονται ανεπαρκώς. Η ενσωμάτωσή τους στην αιτιολογική έκθεση, στις εφαρμοστικές αποφάσεις, στις προσκλήσεις των προγραμμάτων, στα κριτήρια επιλογής και στους μηχανισμούς παρακολούθησης θα προσδώσει ουσιαστικό περιεχόμενο στην ειδική κρατική φροντίδα του άρθρου 21 παρ. 4 του Συντάγματος, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, στην ουσιαστική ισότητα, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων —όπου εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης— και στα άρθρα 8 και 14 ΕΣΔΑ. Κυρίως, θα αποτρέψει το παράδοξο να θεσπίζονται πολιτικές κατά της αστεγίας από τις οποίες αποκλείονται, λόγω των ίδιων των συνθηκών διαβίωσής τους, ορισμένοι από τους ανθρώπους που τις έχουν περισσότερο ανάγκη.