• Σχόλιο του χρήστη 'Χριστίνα Χαλιλοπούλου' | 10 Ιουλίου 2026, 17:20

    ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ – ΘΕΣΜΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η κατάθεση του παρόντος υπομνήματος προτάσεων και τροπολογιών επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας ερείδεται επί ενός συμπαγούς πλέγματος ενωσιακών πρωτογενών και δευτερογενών νομολογικών προβλέψεων, οι οποίες επιτάσσουν τη δεσμευτική και ισότιμη συμπερίληψη των ανώτατων φορέων συλλογικής εκπροσώπησης ευάλωτων ομάδων στη χάραξη και υλοποίηση των δημόσιων πολιτικών. Το Ανώτατο Εθνικό Συμβούλιο Ελλήνων Τσιγγάνων (ΑΝΕΣΕΤ), ως ο νόμιμος και ανώτατος συλλογικός εκφραστής των Ελλήνων Τσιγγάνων (Ρομά) στην επικράτεια, αντλεί τη θεσμική του νομιμοποίηση για τη συμμετοχή του στο παρόν νομοθέτημα από τους εξής άξονες του Ευρωπαϊκού Δικαίου: 1. Πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο και συνταγματικές επιταγές 1.1. Καταπολέμηση των διακρίσεων και του αποκλεισμού: Βάσει του Άρθρου 19 της ΣΛΕΕ, η Ένωση διαθέτει ρητή εντολή για την καταπολέμηση κάθε μορφής διάκρισης λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Σε συνδυασμό με το Άρθρο 9 της ΣΛΕΕ, εισάγεται η οριζόντια κοινωνική ρήτρα που επιβάλλει σε κάθε δημόσια πολιτική την εγγύηση επαρκούς κοινωνικής προστασίας και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού. 1.2. Αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας: Η εθνική νομοθεσία οφείλει να συμμορφώνεται με τα Άρθρα 20 και 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (περί ισότητας έναντι του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων), τα οποία εξειδικεύουν τις συνταγματικές αρχές των Άρθρων 4 και 5 του Συντάγματος. Ο αποκλεισμός του ΑΝΕΣΕΤ από τα όργανα σχεδιασμού (όπως το Εθνικό Συμβούλιο κατά του Ρατσισμού – Άρθρο 60) προσβάλλει τον πυρήνα των εν λόγω διατάξεων. 2. Δευτερογενές δίκαιο και η αρχή της εταιρικής σχέσης 2.1. Ευρωπαϊκός Κώδικας Δεοντολογίας για την Εταιρική Σχέση: Ο Κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 240/2014 της Επιτροπής, ο οποίος εξειδικεύει τον Κανονισμό Κοινών Διατάξεων (CPR) των Διαρθρωτικών Ταμείων, καθιστά τη συμμετοχή των κοινωνικοοικονομικών εταίρων και των οργανώσεων που εκπροσωπούν ευάλωτες ομάδες υποχρεωτική αρχή (Partnership Principle). Καθώς οι δράσεις στεγαστικής πολιτικής (Άρθρα 53-54) και το πρόγραμμα του Προσωπικού Βοηθού (Άρθρο 4) χρηματοδοτούνται και υλοποιούνται μέσω των ευρωπαϊκών πόρων (ΕΚΤ+), η μη συμπερίληψη του ΑΝΕΣΕΤ ως εταίρου υλοποίησης συνιστά ευθεία παραβίαση του ενωσιακού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων και των διαρθρωτικών προγραμμάτων. 2.2. Στρατηγικό Πλαίσιο της ΕΕ για τους Ρομά: Η Σύσταση του Συμβουλίου της ΕΕ για την ισότητα, την ένταξη και τη συμμετοχή των Τσιγγάνων (Ρομά) επιβάλλει στα κράτη-μέλη να διασφαλίζουν τη θεσμική, μόνιμη και ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των Τσιγγάνων (Ρομά) και των αντιπροσωπευτικών τους οργάνων σε όλα τα στάδια σχεδιασμού των εθνικών στρατηγικών. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει επανειλημμένα καταδικάσει την έλλειψη διαβούλευσης και τη λήψη μονομερών μέτρων στεγαστικού διαχωρισμού, επιτάσσοντας τη συνδιαμόρφωση των λύσεων με τις τοπικές κοινότητες. 3. Αποτροπή στρέβλωσης του κοινωνικού διαλόγου Κάθε απόπειρα οριζόντιου σχεδιασμού δημόσιων πολιτικών (public policies) που αφορούν πληθυσμούς Ελλήνων Τσιγγάνων (Ρομά), ερήμην του ανώτατου εκπροσωπευτικού τους οργάνου, προσκρούει στην πάγια ενωσιακή αρχή της συμμετοχικής διακυβέρνησης. Η διοίκηση, εάν δεν εντάξει ρητά το ΑΝΕΣΕΤ ως επίσημο συνομιλητή και διαχειριστή αποκεντρωμένων δράσεων, υποπίπτει σε πλάνη περί τα πράγματα, ακυρώνοντας την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πόρων και παραβιάζοντας την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος. Εισαγωγική τοποθέτηση: Διασύνδεση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο Η παρούσα παρέμβαση του ΑΝΕΣΕΤ ερείδεται επί του Στρατηγικού Πλαισίου της ΕΕ για την ισότητα, την ένταξη και τη συμμετοχή των Ρομά (EU Roma Strategic Framework), το οποίο εξειδικεύεται με τη Σύσταση του Συμβουλίου της ΕΕ της 12ης Μαρτίου 2021 (2021/C 93/01). Η Σύσταση επιβάλλει στα κράτη-μέλη να ευθυγραμμίζουν τις εθνικές τους νομοθετικές πρωτοβουλίες με τέσσερις (4) οριζόντιους και τρεις (3) τομεακούς στόχους, οι οποίοι συνδέονται οργανικά με τα άρθρα του παρόντος σχεδίου νόμου. ΜΕΡΟΣ ΣΤ': ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ (ΆΡΘΡΟ 60) 1. ΠΛΗΡΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Η σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας οφείλει να αντανακλά την κοινωνική πραγματικότητα και να συμπεριλαμβάνει τους εκπροσώπους των ομάδων που πλήττονται διαχρονικά και συστημικά από τη ρητορική μίσους, τις προκαταλήψεις και τις φυλετικές διακρίσεις. Οι Έλληνες Τσιγγάνοι (Ρομά) αποτελούν, βάσει όλων των διεθνών και ευρωπαϊκών εκθέσεων, την πλέον ευάλωτη κοινωνική ομάδα έναντι του θεσμικού και κοινωνικού ρατσισμού στην ελληνική επικράτεια. Η θεσμική ένταξη του Ανώτατου Εθνικού Συμβουλίου Ελλήνων Τσιγγάνων (ΑΝΕΣΕΤ) ως τακτικού μέλους στο Συμβούλιο αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας που απορρέει από το άρθρο 4 του Συντάγματος (αρχή της ισότητας των Ελλήνων πολιτών) και το άρθρο 5 του Συντάγματος (δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και προστασία της αξιοπρέπειας). Παράλληλα, εξυπηρετεί την άμεση συμμόρφωση της χώρας προς το άρθρο 19 της ΣΛΕΕ για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Ο αποκλεισμός του ανώτατου, νομίμως συσταθέντος οργάνου εκπροσώπησης των Ελλήνων Τσιγγάνων από το κατεξοχήν εθνικό όργανο σχεδιασμού της αντιρατσιστικής στρατηγικής συνιστά πλάνη περί τα πράγματα, ακυρώνει την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών και παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) κατά την άσκηση κοινωνικής διοίκησης. Η ΑΣΥΡ τονίζει ότι το πρόγραμμα στοχεύει στην «αποφυγή κινδύνου ιδρυματοποίησης» και στην «απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών». Ωστόσο, για να εφαρμοστεί αυτό, απαιτείται η χρήση πληροφοριακού συστήματος. Το ΑΝΕΣΕΤ καταθέτει με την παρούσα, πως ο ψηφιακός αποκλεισμός και ο λειτουργικός αναλφαβητισμός σε πολλούς καταυλισμούς των Ελλήνων Τσιγγάνων (Ρομά) θα ακυρώσουν το πρόγραμμα στην πράξη. Συνεπώς, η ΑΣΥΡ θεμελιώνει την ανάγκη να λειτουργήσει το ΑΝΕΣΕΤ ως πολιτισμικός/κοινωνικός διαμεσολαβητής και αποκεντρωμένο helpdesk για τη διασφάλιση της ισότητας. Οι Στόχοι 1 και 3 του Στρατηγικού Πλαισίου της ΕΕ επιβάλλουν την καταπολέμηση του συστημικού αντιτσιγγανισμού (anti-Gypsyism) και την ενίσχυση της ενεργού συμμετοχής των Ρομά (Τσιγγάνων) μέσω της ενδυνάμωσης των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργανώσεών τους. Η τροποποίηση της σύνθεσης του Εθνικού Συμβουλίου κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (Άρθρο 60) αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο εφαρμογής αυτών των στόχων. Η Σύσταση του Συμβουλίου της ΕΕ (Κεφάλαιο 3, παρ. 9) καλεί ρητά τα κράτη-μέλη να θεσμοθετήσουν τη μόνιμη συμμετοχή των ανώτατων εθνικών συμβουλίων Ρομά (Τσιγγάνων) σε όλα τα κυβερνητικά και συμβουλευτικά όργανα που χαράσσουν αντιρατσιστικές πολιτικές. Ο αποκλεισμός του ΑΝΕΣΕΤ από το εν λόγω Συμβούλιο αντιβαίνει στο άρθρο 19 της ΣΛΕΕ, στερεί από το όργανο την αναγκαία τεχνογνωσία από το πεδίο και συνιστά πλάνη περί τα πράγματα κατά την άσκηση κοινωνικής διοίκησης, παραβιάζοντας τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος). 2. ΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑΣ Στο άρθρο 60 του σχεδίου νόμου, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του ν. 4356/2015 (Α' 181) τροποποιείται ως προς τη σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας με την προσθήκη νέας περίπτωσης (κγ) ως εξής: "κγ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Ανώτατου Εθνικού Συμβουλίου Ελλήνων Τσιγγάνων (ΑΝΕΣΕΤ), με τον αναπληρωτή του, ως εκπρόσωπο του ανώτατου συλλογικού φορέα εκπροσώπησης των Ελλήνων Τσιγγάνων (Ρομά) στην Ελλάδα."».