• Σχόλιο του χρήστη 'Εθνική Αρχή Προσβασιμότητας' | 10 Ιουλίου 2026, 15:41

    Ακολουθούν οι προτάσεις της Εθνικής Αρχής Προσβασιμότητας επί των άρθρων που συνδέονται άμεσα με την προσβασιμότητα, την ισότιμη μετακίνηση, την αντιμετώπιση του αναπηρισμού και την άρση εμποδίων στην καθημερινή ζωή των αναπήρων ανθρώπων. Άρθρο 59 — Απαλλαγή κομίστρου στα μέσα μαζικής μεταφοράς Προτείνεται η απαλλαγή ή μείωση κομίστρου στα μέσα μαζικής μεταφοράς να καλύπτει όχι μόνο το άτομο με αναπηρία, αλλά και τον συνοδό, τον προσωπικό βοηθό ή το πρόσωπο υποστήριξης, όταν η παρουσία του είναι αναγκαία για τη μετακίνηση. Η ανάγκη συνοδείας ή υποστήριξης μπορεί να τεκμηριώνεται μέσω της Κάρτας Αναπηρίας, της Εθνικής Πύλης Αναπηρίας ή άλλου επίσημου στοιχείου που επιβεβαιώνει ότι το άτομο με αναπηρία δικαιούται συνοδό ή υποστήριξη κατά τη μετακίνηση, χωρίς να απαιτείται αποκάλυψη διάγνωσης ή ιατρικών δεδομένων. Το σχετικό δικαίωμα του συνοδού δεν πρέπει να είναι αυτοτελές, αλλά να ισχύει αποκλειστικά κατά τη μετακίνηση μαζί με το άτομο με αναπηρία. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι η πρόβλεψη εξυπηρετεί πραγματική ανάγκη προσβασιμότητας και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά από τρίτα πρόσωπα. Η υποστήριξη κατά τη μετακίνηση δεν αποτελεί πρόσθετη διευκόλυνση, αλλά προϋπόθεση πραγματικής πρόσβασης. Επομένως, όταν το άτομο με αναπηρία δεν μπορεί να μετακινηθεί χωρίς συνοδεία ή υποστήριξη, το σχετικό δικαίωμα πρέπει να επεκτείνεται και στο πρόσωπο που παρέχει την αναγκαία υποστήριξη. Άρθρο 60 — Εθνικό Συμβούλιο κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας Προτείνεται να προστεθεί στη σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας εκπρόσωπος της Εθνικής Αρχής Προσβασιμότητας, με τον αναπληρωτή του. Παράλληλα, προτείνεται στο έργο του Συμβουλίου να περιλαμβάνεται ρητά η παρακολούθηση και αντιμετώπιση του αναπηρισμού, δηλαδή των διακρίσεων, της υποτίμησης, του αποκλεισμού και της ρητορικής μίσους λόγω αναπηρίας. Η συμμετοχή της Εθνικής Αρχής Προσβασιμότητας δεν υποκαθιστά την εκπροσώπηση του αναπηρικού κινήματος, αλλά προσθέτει θεσμική διάσταση στην παρακολούθηση των εμποδίων, των διακρίσεων και των μορφών αποκλεισμού που συνδέονται με την αναπηρία. Άρθρο 61 — Παράταση υλοποίησης παρεμβάσεων προσβασιμότητας Προτείνεται η υποχρέωση επιστροφής προκαταβολής από τον ωφελούμενο να μην εφαρμόζεται όταν η μη ολοκλήρωση της παρέμβασης δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα. Στην πράξη, καθυστερήσεις μπορεί να προκύψουν από αδυναμία εύρεσης τεχνικού ή αναδόχου, καθυστερήσεις προμηθευτών, ζητήματα πολεοδομίας, προβλήματα συνιδιοκτησίας, καθυστερήσεις δήμων ή άλλων αρμόδιων υπηρεσιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι δίκαιο να επιβαρύνεται ο ανάπηρος άνθρωπος για εμπόδια που δεν μπορεί να ελέγξει. Άρθρο 62 — Παρεμβάσεις προσβασιμότητας σε κοινόχρηστους χώρους Προτείνεται να ενισχυθεί η δυνατότητα υλοποίησης παρεμβάσεων προσβασιμότητας σε κοινόχρηστους χώρους κτιρίων, ιδίως σε πολυκατοικίες, όταν αυτές είναι αναγκαίες για την εξυπηρέτηση ατόμου με αναπηρία. Σε περιπτώσεις διαφωνίας ή αμφισβήτησης από συνιδιοκτήτες ή λοιπούς χρήστες του κοινόχρηστου χώρου, θα πρέπει να προβλέπεται σαφής μηχανισμός τεχνικής κρίσης από την Κεντρική Επιτροπή Προσβασιμότητας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή άλλο αρμόδιο τεχνικό όργανο προσβασιμότητας. Η γνώμη των συνιδιοκτητών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, αλλά δεν μπορεί να ματαιώνει μια αναγκαία, τεχνικά τεκμηριωμένη και αναλογική παρέμβαση προσβασιμότητας, όταν αυτή διασφαλίζει την είσοδο, έξοδο, ασφαλή μετακίνηση και καθημερινή διαβίωση ατόμου με αναπηρία. Άρθρο 66 — Παιδικές εξοχές της Ελληνικής Αστυνομίας Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι οι παιδικές εξοχές που χρηματοδοτούνται μέσω της προβλεπόμενης εισφοράς διασφαλίζουν την ισότιμη συμμετοχή παιδιών με αναπηρία. Η συμμετοχή αυτή πρέπει να διασφαλίζεται μέσω προσβάσιμων υποδομών, κατάλληλης υποστήριξης, εκπαιδευμένου προσωπικού, προσβάσιμης ενημέρωσης προς τις οικογένειες και εύλογων προσαρμογών. Όταν θεσπίζεται χρηματοδοτικός μηχανισμός για τη λειτουργία παιδικών εξοχών, η προσβασιμότητα δεν μπορεί να παραμένει προαιρετική ή ασαφής. Πρέπει να αποτελεί βασική προϋπόθεση ισότιμης συμμετοχής όλων των παιδιών.