Αρχική Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας για την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική ΠολιτικήΕνότητα 3. Μέτρα Στεγαστικής ΠολιτικήςΣχόλιο του χρήστη Ένωση Ενοικιαστών/τριών Θεσσαλονίκης | 3 Ιουλίου 2026, 10:19




Πυλώνας 1ος: Αύξηση Προσφοράς Ο πρώτος πυλώνας μέτρων ονομάζεται «Αύξηση προσφοράς» (σελ. 52). Eδώ η λογική παραμένει η επιδότηση με δημόσιο χρήμα, φοροαπαλλαγές και διοικητικές διευκολύνσεις προς εκμισθωτές, κατασκευαστές και εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο τιμών ή δέσμευση για πραγματικά προσιτή κατοικία. Στόχος 1: Αύξηση οικιστικού αποθέματος Ο πρώτος στόχος αφορά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης. - Το πρόγραμμα «Ανακαινίζω-Νοικιάζω» επιδοτεί επισκευές και αναβαθμίσεις έως 13.000 ευρώ. Χωρίς ανώτατο όριο μίσθωσης, το δημόσιο χρήμα μπορεί να αυξήσει την αξία του ακινήτου και τα μελλοντικά έσοδα του εκμισθωτή, χωρίς να διασφαλίζει προσιτή τιμή για τους ενοικιαστές. - Η απαλλαγή φόρου εισοδήματος για μετατροπή ακινήτων σε μακροχρόνια μίσθωση δεν επαρκεί χωρίς έλεγχο ενοικίων. Ο εκμισθωτής υπολογίζει το ενοίκιο με βάση τα πιθανά έσοδα από τη βραχυχρόνια μίσθωση, αφαιρώντας τη φορολογική διαφορά. Έτσι, όσα ακίνητα επιστρέψουν στη μακροχρόνια μίσθωση θα απευθύνονται κυρίως σε «ολιγάριθμες» ανώτερες εισοδηματικές ομάδες και όχι στην πλειονότητα. - Το νέο πρόγραμμα «Ανακαίνιση Κατοικίας» κινείται στην ίδια κατεύθυνση, με επιδοτήσεις έως 36.000 ευρώ προς εκμισθωτές ή ιδιοκατοίκους και συνολικό προϋπολογισμό 480 εκατ. ευρώ. Σε περίπτωση ιδιοκατοίκησης, η ενίσχυση πρέπει να συνοδεύεται από άμεση εφαρμογή φόρου υπεραξίας σε περίπτωση πώλησης, με τα έσοδα να επενδύονται σε φορείς κοινωνικής μίσθωσης. Σε περίπτωση εκμίσθωσης, πρέπει να τίθεται πλαφόν συνδεδεμένο με τη δημόσια επιχορήγηση, αλλιώς η επιδότηση γίνεται δημόσια χρηματοδότηση ιδιωτικής περιουσιακής αξίας. - Προβληματικός είναι και ο προτεινόμενος εκσυγχρονισμός του συστήματος οικοδομικών αδειών. Η επίκληση του πορτογαλικού Simplex Urbanístico παρουσιάζει την απλοποίηση και επιτάχυνση πολεοδομικών και αδειοδοτικών διαδικασιών ως τεχνική μεταρρύθμιση. Χωρίς κοινωνικούς όρους και δημόσιο έλεγχο, όμως, δίνει ακόμη ένα εργαλείο κερδοφορίας στους κατασκευαστές. Η επιτάχυνση πρέπει να κατευθυνθεί κατά προτεραιότητα σε φορείς κοινωνικής μίσθωσης και μη κερδοσκοπικής κατοικίας, με ενίσχυση εργαζομένων και τεχνικών υπηρεσιών που ωριμάζουν ακίνητα για κοινωνική χρήση. - Σαφέστατα προβληματική είναι η παροχή χρηματοδοτικών κινήτρων σε εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων – χαμηλότοκα δάνεια, εγγυήσεις, επιδοτήσεις επιτοκίου και άλλα συγχρηματοδοτικά εργαλεία – για μείωση του κόστους και δημιουργία νέου αποθέματος. Πρόκειται για επιχορήγηση ιδιωτικών εταιρειών με δημόσιους πόρους. Αντί για επιδότηση ιδιωτών developers, χρειάζονται δημόσιοι και κοινωνικοί φορείς ανάπτυξης κατοικίας, με αποστολή τη δημιουργία μη κερδοσκοπικού στεγαστικού αποθέματος. - Τέλος, οι ψηφιακές πλατφόρμες φοιτητικής στέγασης, όπου ιδιοκτήτες θα καταχωρούν ακίνητα για φοιτητική μίσθωση ή συγκατοίκηση, δεν λύνουν το πρόβλημα. Ο επιμερισμός ενοικίου και λειτουργικών δαπανών δεν υποκαθιστά τη δημόσια φοιτητική μέριμνα. Χωρίς αυστηρά κριτήρια κατοικησιμότητας και έλεγχο ενοικίων, τέτοιες πλατφόρμες κινδυνεύουν να διοχετεύουν φοιτητές σε ακριβά ή ακατάλληλα ακίνητα. Στόχος 2: Ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας Ο δεύτερος στόχος αφορά την ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας (σελ. 62). Ήδη στη σελίδα 25, το κείμενο αναφέρει ως «δύο υφιστάμενα μοντέλα δημιουργίας προσιτής και κοινωνικής κατοικίας» την κοινωνική αντιπαροχή και τις κοινωνικές κατοικίες σε ανενεργά στρατόπεδα: Στην κοινωνική αντιπαροχή προβλέπεται σύμβαση μεταξύ του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας ή ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, ως αναθέτουσας αρχής, και ιδιώτη αναδόχου. Ο ανάδοχος αναλαμβάνει με δικές του δαπάνες ανέγερση σε αδόμητο ή ανακαίνιση και επισκευή σε δομημένο ακίνητο της αρχής και, ως αντάλλαγμα, λαμβάνει μέρος των κατοικιών ή δικαίωμα εκμετάλλευσης και διαχείρισής τους για ορισμένο διάστημα. Τα δημόσια ακίνητα κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την «ωριμότητά» τους, σε άμεσα αξιοποιήσιμα και λιγότερο ώριμα οικόπεδα, την «ωρίμανση» των οποίων αναλαμβάνει το Υπερταμείο. Επιπλέον, επικουρικά μέτρα της μελέτης του προγράμματος «Κωνσταντίνος Δοξιάδης» προβλέπουν πρόσθετους συντελεστές δόμησης για τους κατασκευαστές που θα χτίσουν εκεί. Έτσι, η κοινωνική κατοικία λειτουργεί προσχηματικά για την ενίσχυση του κατασκευαστικού κλάδου. Η δημόσια γη δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικός πόρος που πρέπει να παραμείνει δημόσιος, αλλά ως πόρος προς παραχώρηση στο κατασκευαστικό κεφάλαιο. Η κοινωνική αντιπαροχή χρησιμοποιεί την έλλειψη κοινωνικής κατοικίας για να ανοίξει τη δημόσια γη στην ιδιωτική κερδοφορία, με όρους μεγαλύτερων αποδόσεων για τους κατασκευαστές. Κινδυνεύει έτσι να ιδιωτικοποιήσει μεγάλο μέρος της δημόσιας γης: αν μόνο το 30% των κατοικιών παραμένει για κοινωνική χρήση, το υπόλοιπο 70% της αξίας που παράγεται πάνω σε δημόσια οικόπεδα παραχωρείται στην ιδιωτική κερδοφορία. Αυτή η λογική δημιουργεί τετελεσμένα και βαθαίνει τις ανισότητες. Αντί για παραχώρηση δημόσιας γης σε ιδιώτες αναδόχους, χρειάζονται δημόσιοι και κοινωνικοί φορείς κατασκευής και διαχείρισης κατοικίας, ακόμη και μια δημόσια κατασκευαστική εταιρεία με κοινωνικό σκοπό. Το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο επειδή δεν υπάρχει σαφής και κοινωνικά δεσμευτικός ορισμός της προσιτότητας. Δεν μπορεί να ορίζεται με βάση τις ήδη απρόσιτες τιμές της αγοράς, αλλά με βάση τις πραγματικές δυνατότητες των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων: δεν πρέπει να υπερβαίνει το 40% του εισοδήματος του χαμηλότερου εισοδηματικού πεμπτημορίου του πολεοδομικού συγκροτήματος. Διαφορετικά, η «προσιτή» κατοικία θα είναι λίγο μόνο φθηνότερη από την αγορά, αλλά εξίσου απρόσιτη για όσους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη. Ανάλογη λογική συναντάμε στην αξιοποίηση ανενεργών στρατοπέδων για κοινωνική κατοικία (σελ. 26 και 56). Αντί η δημόσια γη να αποτελεί βάση μόνιμου δημόσιου αποθέματος, εντάσσεται σε μοντέλο αξιοποίησης από ιδιώτες κατασκευαστές. Με χρηματοδότηση 435 εκατ. ευρώ από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, προβλέπεται αξιοποίηση τεσσάρων ανενεργών στρατοπέδων, μεταξύ άλλων στις Αχαρνές, στον Δήμο Κορδελιού-Ευόσμου και στην Πάτρα, με 2.350 κοινωνικές κατοικίες ενεργειακής κατηγορίας Α+ και έναν βρεφονηπιακό σταθμό σε κάθε στρατόπεδο. Και εδώ το κρίσιμο είναι ποιος ελέγχει τη γη, την κατασκευή, τη διαχείριση και τους όρους πρόσβασης. Αν δημόσια γη και χρηματοδότηση γίνονται βάση ανάθεσης σε ιδιώτες χωρίς μόνιμο δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο, δεν συγκροτείται πραγματικό δημόσιο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας, αλλά αναπαράγεται η λογική της κοινωνικής αντιπαροχής. Η θέση μας είναι ότι τέτοιες παρεμβάσεις πρέπει να αντικατασταθούν από θεσμικά εργαλεία προστασίας και αναβάθμισης του αστικού δημόσιου χώρου. Διεκδικούμε προσβάσιμες πόλεις, με δημόσια πάρκα, πλατείες, πολιτιστικές και κοινωνικές υποδομές σε κάθε γειτονιά. Η δημόσια γη και ο αστικός χώρος πρέπει να προστατευτούν από ιδιωτικοποίηση, φιλετοποίηση και κερδοσκοπική αξιοποίηση, με πολεοδομικό σχεδιασμό που υπηρετεί την κοινωνική χρήση του χώρου. Όλα τα διαθέσιμα δημοτικά εργαλεία πρέπει να αξιοποιούνται ώστε κατεδαφισμένα ακίνητα και κενά οικόπεδα να μη δίνουν τη θέση τους αποκλειστικά σε πολυτελή ακίνητα και κερδοσκοπικές αναπτύξεις, αλλά σε πράσινο, κοινωνικές υποδομές και μη κερδοσκοπική κατοικία. Απαιτούμε πολεοδομικό και αρχιτεκτονικό σχεδιασμό που υπηρετεί την κοινωνική συνοχή και τη συλλογική χρήση του χώρου. Εδώ εντάσσεται και η κατασκευή φοιτητικών εστιών ύψους 737,5 εκατ. ευρώ μέσω ΣΔΙΤ (σελ. 56). Επαναφέρουμε την ανάγκη ενίσχυσης των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών. Η συντήρηση, επισκευή και ανακαίνιση κατοικιών κοινωνικής χρήσης δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από ιδιώτες εργολάβους και υπεργολαβίες. Χρειάζονται τεχνικό προσωπικό, εξοπλισμός και μηχανήματα για αποκατάσταση κτιρίων, συντήρηση του αποθέματος και αξιοποίηση κενών ακινήτων για κοινωνική χρήση. Στόχος 3: Ρύθμιση βραχυχρόνιας μίσθωσης και Golden Visa Ο τρίτος στόχος αφορά τη βραχυχρόνια μίσθωση και τη Golden Visa (σελ. 70). Και εδώ το κείμενο κινείται στη λογική της ήπιας φορολογικής διαχείρισης, χωρίς ουσιαστικό περιορισμό των μηχανισμών που αποσπούν κατοικίες από τη μακροχρόνια μίσθωση και τροφοδοτούν την αύξηση των τιμών. Το τέλος ανθεκτικότητας στις βραχυχρόνιες μισθώσεις δεν λύνει το πρόβλημα. Λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός αύξησης δημόσιων εσόδων, μετακυλίοντας το κόστος στον τουρίστα που μπορεί να το απορροφήσει. Δεν περιορίζει τα ακίνητα που αποσύρονται από τη μακροχρόνια μίσθωση ούτε την πίεση στις γειτονιές. Αντίστοιχα, ο ΦΠΑ 13% και το τέλος παρεπιδημούντων στις βραχυχρόνιες μισθώσεις φυσικών και νομικών προσώπων με τρία ή περισσότερα ακίνητα δεν αποτελούν ουσιαστική ρύθμιση. Αυξάνουν τα δημόσια έσοδα χωρίς να περιορίζουν την κερδοφορία της βραχυχρόνιας μίσθωσης, καθώς το επιπλέον κόστος μπορεί να περάσει στην τελική τιμή, δηλαδή στον τουρίστα, χωρίς να επιστρέφουν κατοικίες στη μακροχρόνια μίσθωση. Χρειάζεται η αντιμετώπιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων ως τουριστικών και όχι ως αστικών, με περιορισμό νέων εγγραφών σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, ιδιαίτερα στις ήδη επιβαρυμένες ζώνες. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται τα μέτρα για τη Golden Visa. Η αύξηση του ελάχιστου ορίου επένδυσης από 500.000 σε 800.000 ευρώ για Αττική, Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης, Μύκονο, Σαντορίνη και νησιά άνω των 3.100 κατοίκων, και από 250.000 σε 400.000 ευρώ για την υπόλοιπη χώρα, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του προγράμματος. Η Golden Visa συνεχίζει να αντιμετωπίζει την κατοικία ως επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο και όχι ως κοινωνικό δικαίωμα. Το ίδιο ισχύει για τον περιορισμό της επένδυσης σε ένα ακίνητο άνω των 120 τ.μ. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος ή η μορφή της επένδυσης, αλλά η ίδια η λογική του προγράμματος. Γι’ αυτό ζητάμε την κατάργηση της Golden Visa. Ακόμη πιο προβληματική είναι η νέα ειδική κατηγορία Golden Visa, που θα επιτρέπει απόκτηση χαρτοφυλακίου περισσότερων ακινήτων, υπό τον όρο μακροχρόνιας μίσθωσής τους για συγκεκριμένο διάστημα. Αντί να περιορίζει τη χρηματιστικοποίηση, νομιμοποιεί και ενισχύει τη συγκέντρωση κατοικιών σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Η μακροχρόνια μίσθωση δεν αρκεί χωρίς έλεγχο ενοικίων, κοινωνικά κριτήρια πρόσβασης και δημόσιο έλεγχο. Αντί για νέες παραλλαγές της Golden Visa, χρειάζεται δημόσιος φορέας απόκτησης, ανακαίνισης και εκμίσθωσης κατοικιών με κοινωνικά κριτήρια. Μόνο έτσι αυξάνεται πραγματικά το διαθέσιμο απόθεμα προσιτής και μη κερδοσκοπικής κατοικίας, χωρίς ενίσχυση της επενδυτικής συγκέντρωσης. Πυλώνας 2ος: Στεγαστική Συνδρομή Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τη στεγαστική συνδρομή. Σε αυτόν εντάσσεται ο τέταρτος στόχος για οικονομική ενίσχυση μέσω επιδοματικών πολιτικών (σελ. 74). Περιλαμβάνονται η επιστροφή ενοικίου, το επίδομα στέγασης, το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα και το επίδομα στεγαστικής συνδρομής ανασφάλιστων υπερηλίκων. Περιλαμβάνεται επίσης το πρόγραμμα ΚΑΛΥΨΗ, που καλύπτει για τρία χρόνια το συνολικό κόστος μίσθωσης, δαπάνες επισκευών και μεταφοράς οικοσκευής, με προϋπολογισμό 21,5 εκατ. ευρώ, 414 ωφελούμενους και απορρόφηση μόλις 27%. Προβλέπονται ακόμη κίνητρα επανακατοίκησης: 10.000 ευρώ για εγκατάσταση σε οικισμούς έως 500 κατοίκους και 6.000 ευρώ σε οικισμούς άνω των 500, με προσαύξηση 1.000 ευρώ για κάθε ανήλικο μέλος και ανώτατο συνολικό ποσό 10.000 ευρώ. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ανακουφίσουν προσωρινά μικρές και διαφοροποιημένες πληθυσμιακές ομάδες, αλλά δεν λύνουν το στεγαστικό. Παραμένουν αποσπασματικά και, χωρίς έλεγχο τιμών, κινδυνεύουν να επιδεινώσουν την άνοδο των ενοικίων μέσω του πληθωρισμού επιδοτήσεων. Επιδοτήσεις ενοικίου χωρίς πλαφόν συχνά ενισχύουν έμμεσα τους εκμισθωτές, καθώς το δημόσιο χρήμα απορροφάται από τις αυξήσεις μισθωμάτων αντί να διασφαλίζει πραγματικά προσιτή κατοικία. Αντί για διαρκή επέκταση επιδομάτων, χρειάζεται έλεγχος ενοικίων, αύξηση της ελάχιστης διάρκειας μίσθωσης στα οκτώ χρόνια και σταθεροί μηχανισμοί προστασίας των ενοικιαστών. Για φοιτητές και φοιτήτριες, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο το στεγαστικό επίδομα, αλλά επαρκείς, αξιοπρεπείς και δημόσια ελεγχόμενες φοιτητικές εστίες. Χωρίς αυτά, η στεγαστική συνδρομή επιδοτεί την όρεξη και τη δυνατότητα των εκμισθωτών να αυξάνουν τις τιμές. Στόχος 5: Αντιμετώπιση αστεγίας Στον πέμπτο στόχο για την αντιμετώπιση της αστεγίας (σελ. 78), το κείμενο περιορίζεται κυρίως στην καταγραφή υπαρχουσών δομών και εργαλείων, χωρίς πραγματικό σχέδιο ενίσχυσης, πρόληψης και εξόδου από την αστεγία. Χαρακτηριστικό είναι το μέτρο για τις δομές φιλοξενίας αστέγων. Αναφέρεται ότι λειτουργούν 34 δομές, με 1.122 κλίνες και 761 ωφελούμενους, χωρίς να εξηγείται αν και πώς θα αυξηθούν, θα βελτιωθούν ή θα συνδεθούν με μόνιμες στεγαστικές λύσεις. Πρόκειται περισσότερο για απολογισμό του υπάρχοντος παρά για στρατηγική αντιμετώπισης της αστεγίας. Αντίστοιχα, η «Πλατφόρμα Διαχείρισης Στεγαστικών Αιτημάτων» δεν μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη διαθέσιμης κατοικίας. Μπορεί να οργανώνει αιτήματα, αλλά δεν δημιουργεί δυνατότητες εξόδου από την αστεγία, δεν εγγυάται ασφαλή κατοικία ούτε αντιμετωπίζει τις αιτίες της. Ακόμη και η ονομασία της, με αναφορά στους «άστεγους», αναπαράγει στίγμα (www.astegoi.gov.gr/referral/). Ζητάμε αλλαγή ονόματος και προσανατολισμού: από τη διαχείριση «αστέγων» στη διασφάλιση πρόσβασης σε κατοικία. Πυλώνας 3ος: Διαμόρφωση Πλαισίου Εφαρμογής και Μακροχρόνιας Βιωσιμότητας Στόχος 6: Ενίσχυση ιδιοκατοίκησης Ο τρίτος πυλώνας αφορά τη διαμόρφωση Πλαισίου Εφαρμογής και Μακροχρόνιας Βιωσιμότητας. Εδώ εντάσσεται ο έκτος στόχος για ενίσχυση της ιδιοκατοίκησης, με τα προγράμματα «Σπίτι μου», που στοχεύουν στην ενίσχυση της στεγαστικής πίστης και στην πρόσβαση σε ιδιόκτητη κατοικία. Τα προγράμματα αυτά, παρέχοντας περισσότερα από 20.000 δάνεια, έχουν επιδεινώσει τη στεγαστική κρίση για τους πολλούς. Η διοχέτευση πιστωτικού χρήματος σε περιορισμένο και ήδη ακριβό απόθεμα έχει οδηγήσει σε παράλογες αυξήσεις, ιδιαίτερα σε παλαιά ακίνητα που συχνά προσεγγίζουν τις τιμές νεότερων κατασκευών. Αντί να αυξάνουν την πραγματική πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, ενισχύουν τη ζήτηση χωρίς να ελέγχουν τις τιμές, στηρίζοντας ταυτόχρονα την κερδοφορία των τραπεζών μέσω της στεγαστικής πίστης. Παρ’ όλα αυτά, το σχέδιο προτείνει επέκταση του «Σπίτι μου». Η κατεύθυνση των πόρων πρέπει να αλλάξει. Δεν πρέπει να κατευθύνονται σε επιδοτήσεις δανείων για ιδιωτικές αγορές κατοικίας, αλλά σε τοπικούς φορείς κοινωνικής μίσθωσης, ικανούς να δημιουργούν και να διαχειρίζονται μη κερδοσκοπικό στεγαστικό απόθεμα. Στόχος 7: Διασφάλιση μακροχρόνιας βιωσιμότητας οικιστικού αποθέματος Ο έβδομος στόχος αφορά τη διασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του οικιστικού αποθέματος. Ο στόχος περιλαμβάνει προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης και ανακαίνισης, όπως το «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου», προϋπολογισμού 80 εκατ. ευρώ, το «Εξοικονομώ 2025» και το «Εξοικονομώ – Ανακαινίζω για νέους». Εντάσσεται επίσης η ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση 17 φοιτητικών εστιών του ΙΝΕΔΙΒΙΜ, μεταξύ άλλων σε Θεσσαλονίκη, Ζωγράφου, Ιωάννινα και Κομοτηνή, με 224 εκατ. ευρώ από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο (σελ. 36). Η ανακαίνιση των εστιών είναι αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να γίνεται αφορμή για αυστηρότερο πλαίσιο διαμονής. Πρόσφατα διανεμήθηκε στους εστιακούς φοιτητές και φοιτήτριες του ΑΠΘ νέο ιδιωτικό συμφωνητικό διαμονής, με περιορισμούς που αντιμετωπίζουν τη φοιτητική στέγη ως χώρο επιτήρησης. Απαγορεύει διαμονή ή διανυκτέρευση συγγενών και φίλων, περιορίζει επισκέψεις σε συγκεκριμένους κοινόχρηστους χώρους του ισογείου, απαγορεύει κατοικίδια, υποχρεώνει ενημέρωση για απουσία άνω των 15 ημερών και αποδοχή επισκέψεων αξιολογητή στο δωμάτιο. Προβλέπει ακόμη αποδοχή όχι μόνο του ισχύοντος κανονισμού, αλλά και κάθε μελλοντικής τροποποίησής του, χωρίς σαφείς προϋποθέσεις. Οι φοιτητές και φοιτήτριες χρειάζονται ασφαλή, αξιοπρεπή και βιώσιμη στέγη, κατάλληλη όχι μόνο για μελέτη και ύπνο, αλλά και για κοινωνική ζωή, συναισθηματική σταθερότητα, συλλογική έκφραση και επικοινωνία στον νέο τόπο εγκατάστασής τους. Το πρόβλημα είναι ότι η στρατηγική μεριμνά για τη βιωσιμότητα του αποθέματος, όχι απαραίτητα για τη βιωσιμότητα της κατοίκησης. Η ενεργειακή αναβάθμιση είναι αναγκαία, αλλά χωρίς κοινωνικούς όρους μπορεί να αυξήσει την αξία των ακινήτων και έπειτα τα ενοίκια ή τις τιμές πώλησης. Έτσι, ο στόχος κατευθύνει δημόσιο χρήμα στην αναβάθμιση κατοικιών και ενισχύει την ιδιωτική περιουσιακή αξία, χωρίς να διασφαλίζει ότι οι κάτοικοι θα συνεχίσουν να ζουν σε προσιτές και αξιοπρεπείς συνθήκες. Ως Σωματείο Ενοικιαστριών ζητάμε τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης να συνδέονται με σαφείς κοινωνικούς όρους. Οι παρεμβάσεις πρέπει να αφορούν κατά προτεραιότητα ολόκληρα κτίρια και όχι μεμονωμένα διαμερίσματα, ώστε να μειώνεται συνολικά το ενεργειακό κόστος και να βελτιώνονται οι συνθήκες κατοίκησης. Για ιδιοκατοίκους χαμηλού εισοδήματος πρέπει να προβλέπεται έως και 100% επιδότηση, ιδίως για κύρια κατοικία, και να εισπράττεται φόρος υπεραξίας σε περίπτωση πώλησης, με τα έσοδα να κατευθύνονται στους τοπικούς φορείς κοινωνικής μίσθωσης. Όταν αναβαθμισμένα ακίνητα εκμισθώνονται, η επιδότηση πρέπει να συνοδεύεται από έλεγχο ενοικίων τουλάχιστον έως την απόσβεσή της. Το ενοίκιο πρέπει να καθορίζεται με βάση το 40% του εισοδήματος του χαμηλότερου εισοδηματικού πεμπτημορίου του αντίστοιχου πολεοδομικού συγκροτήματος και όχι τις ήδη αυξημένες τιμές αγοράς. Ζητάμε επίσης οι όροι χρήσης και λειτουργίας των φοιτητικών εστιών να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές στεγαστικές ανάγκες φοιτητών και φοιτητριών και να συνδιαμορφώνονται μαζί τους. Κατά την παραλαβή δωματίων πρέπει να υπάρχουν σαφή κριτήρια κατοικησιμότητας. Δεν πρέπει να απαγορεύεται η φιλοξενία φίλων ή συγγενών ούτε γενικά και αόριστα η κατοχή κατοικιδίου. Δεν πρέπει να γίνονται έλεγχοι στα δωμάτια χωρίς σαφές πλαίσιο, προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες πρέπει να μπορούν να διαμορφώνουν το δωμάτιό τους όπως επιθυμούν, εφόσον το επιστρέφουν στην κατάσταση στην οποία το παρέλαβαν. Η συντήρηση και ανακαίνιση των εστιών πρέπει να επιταχυνθεί με δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο, όχι με πειθαρχική διαχείριση των φοιτητών. Οι εστίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως κύρια κατοικία, με τουλάχιστον τις βασικές προστασίες κάθε ανθρώπου στον χώρο όπου ζει. Ταυτόχρονα, επαναφέρουμε την ανάγκη ενίσχυσης των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών: η συντήρηση, επισκευή και ανακαίνιση κατοικιών κοινωνικής χρήσης δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από εργολάβους και υπεργολαβίες. Χρειάζονται τεχνικό προσωπικό, εξοπλισμός και μηχανήματα για αποκατάσταση κτιρίων, συντήρηση του αποθέματος και αξιοποίηση κενών ακινήτων για κοινωνική χρήση. Στόχος 8: Δομικές μεταρρυθμίσεις και κινητοποίηση επενδύσεων Ο όγδοος στόχος αφορά την κινητοποίηση επενδύσεων και αποτελεί βασικό πυλώνα του Ευρωπαϊκού Σχεδίου για την Προσιτή Στέγαση. Εξειδικεύεται κυρίως μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων και κινήτρων προς ιδιοκτήτες, εκμισθωτές και την αγορά ακινήτων. Τα υφιστάμενα μέτρα περιλαμβάνουν ελαφρύνσεις στα εισοδήματα από ακίνητα, μειώσεις και απαλλαγές στον ΕΝΦΙΑ, διευκολύνσεις σε γονικές παροχές και δωρεές, και κίνητρα για ηλεκτρονικές συναλλαγές σε εργασίες επισκευής και συντήρησης κατοικιών. Η μείωση της φορολογίας εισοδήματος από ακίνητα, μέσω ενδιάμεσου συντελεστή, δεν μπορεί να αποτελεί στεγαστική πολιτική χωρίς πλαφόν στα ενοίκια. Διαφορετικά, ενισχύει τα εισοδήματα των εκμισθωτών χωρίς καμία εγγύηση για χαμηλότερα ή σταθερότερα ενοίκια. Αντίστοιχα, τα μέτρα μείωσης ή σταδιακής κατάργησης του ΕΝΦΙΑ πρέπει να διαχωρίζουν την κύρια κατοικία από την εκμετάλλευση ακινήτων. Η κατάργηση πρέπει να αφορά ιδιοκατοίκους και κύρια κατοικία, ενώ για εκμισθωτές και όσους διατηρούν ακίνητα ως πηγή προσόδου ο φόρος πρέπει να παραμείνει. Η φορολογική πολιτική δεν μπορεί να εξισώνει την κατοικία ως ανάγκη με την κατοικία ως επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο. Το ίδιο ισχύει για τον μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ στην κατασκευή κοινωνικών και προσιτών κατοικιών. Δεν πρέπει να λειτουργεί ως γενική επιδότηση ιδιωτών κατασκευαστών, αλλά να εφαρμόζεται αυστηρά όταν η κατασκευή γίνεται από δημόσιους ή κοινωνικούς φορείς ή όταν υπάρχουν δεσμευτικοί όροι μη κερδοσκοπικής διάθεσης, ελέγχου τιμών και μακροχρόνιας κοινωνικής χρήσης. Στην ενότητα αυτή πρέπει να προστεθεί ουσιαστικό μέτρο για άρση της κενότητας προς κοινωνική χρήση. Οι κενές κατοικίες δεν έχουν όλες την ίδια αιτία: σε ορισμένες περιπτώσεις πρόκειται για κερδοσκοπική κατακράτηση, με ιδιοκτήτες που προσβλέπουν σε μελλοντική αύξηση αξίας· σε άλλες για πραγματική αδυναμία αξιοποίησης, λόγω πολυϊδιοκτησίας, κληρονομικών εμπλοκών, κακής κατάστασης ή έλλειψης πόρων επισκευής. Διεκδικούμε διπλή πολιτική: ισχυρά κίνητρα παραχώρησης κενών κατοικιών σε δημόσιο Φορέα Κοινωνικής Μίσθωσης, ώστε να ανακαινίζονται με δημόσιους πόρους και να διατίθενται επί τουλάχιστον 15 χρόνια με κοινωνικά ελεγχόμενο ενοίκιο, που δεν θα ξεπερνά το 40% του εισοδήματος του χαμηλότερου μισθολογικού πεμπτημορίου του πολεοδομικού συγκροτήματος· και αυξημένα δημοτικά τέλη στις κατοικίες που διατηρούνται αδικαιολόγητα κενές και δεν παραχωρούνται στον φορέα. Η κοινωνία οφείλει να στηρίζει όσους αδυνατούν πραγματικά να αξιοποιήσουν τα ακίνητά τους, όχι να επιδοτεί την κερδοσκοπική αδράνεια. Η άρση της κενότητας πρέπει να συνδέεται με κοινωνική χρήση, έλεγχο ενοικίων και μη κερδοσκοπικό στεγαστικό απόθεμα.