• Σχόλιο του χρήστη 'Χρήστος Δερβεντλής' | 3 Ιουλίου 2026, 10:06

    Η Εθνική Στρατηγική αναγνωρίζει εύστοχα την ανάγκη ενίσχυσης της προσφοράς κατοικιών μέσω της αξιοποίησης του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος. Ωστόσο, θεωρώ ότι απουσιάζει μία σημαντική κατηγορία ακινήτων, η οποία μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος: οι ημιτελείς κατοικίες. Σε ολόκληρη τη χώρα, και ιδιαίτερα στην περιφέρεια, υπάρχουν χιλιάδες κατοικίες των οποίων η κατασκευή ξεκίνησε πριν ή κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, με σκοπό να αποτελέσουν κύρια κατοικία των ιδιοκτητών τους ή να διατεθούν προς μίσθωση. Η απότομη επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, η απώλεια εισοδημάτων, η αδυναμία πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση και, τα τελευταία χρόνια, η σημαντική αύξηση του κόστους κατασκευής οδήγησαν πολλούς ιδιοκτήτες στην αναγκαστική διακοπή των εργασιών αποπεράτωσης. Αποτέλεσμα είναι σήμερα να υπάρχουν χιλιάδες ημιτελή κτίσματα που παραμένουν αναξιοποίητα επί σειρά ετών, ενώ οι ιδιοκτήτες τους συνεχίζουν να επιβαρύνονται με ενοίκια ή αδυνατούν να αξιοποιήσουν την ήδη σημαντική επένδυση που έχουν πραγματοποιήσει. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη κατηγορία πολιτών που μέχρι σήμερα δεν έχει συμπεριληφθεί στα βασικά χρηματοδοτικά εργαλεία στεγαστικής πολιτικής, τα οποία εστιάζουν κυρίως στην αγορά, την ανακαίνιση ή την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η πρόβλεψη ειδικής μέριμνας για την αποπεράτωση ημιτελών κατοικιών. Ιδανικά, θα μπορούσε να θεσπιστεί ένα ειδικό χρηματοδοτικό εργαλείο, το οποίο να περιλαμβάνει χαμηλότοκα δάνεια, επιδότηση επιτοκίου, επιχορήγηση μέρους του κόστους ή συνδυασμό των παραπάνω, με δικαιούχους φυσικά πρόσωπα που θα δεσμεύονται είτε να χρησιμοποιήσουν το ακίνητο ως κύρια κατοικία είτε να το διαθέσουν στη μακροχρόνια αγορά μίσθωσης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Εφόσον η δημιουργία ενός νέου χρηματοδοτικού εργαλείου δεν είναι εφικτή, θα μπορούσε να εξεταστεί η ένταξη των εργασιών αποπεράτωσης στις επιλέξιμες δαπάνες των υφιστάμενων προγραμμάτων που αφορούν την αγορά, την ανακαίνιση ή την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών. Με τον τρόπο αυτό, οι ιδιοκτήτες ημιτελών κτισμάτων δεν θα αποκλείονται από τις πολιτικές στήριξης, αλλά θα αποκτούν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν κατοικίες που παραμένουν για χρόνια αναξιοποίητες. Η συγκεκριμένη παρέμβαση παρουσιάζει πολλαπλά οφέλη. Αυξάνει το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα χωρίς να απαιτείται νέα δόμηση και χωρίς την κατανάλωση επιπλέον γης, αξιοποιεί υφιστάμενες ιδιωτικές επενδύσεις που παραμένουν ανενεργές εδώ και πολλά χρόνια, ενισχύει την ιδιοκατοίκηση και παράλληλα μπορεί να αυξήσει την προσφορά κατοικιών προς μακροχρόνια μίσθωση, περιορίζοντας τις πιέσεις στην αγορά. Επιπλέον, έχει θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, καθώς η ολοκλήρωση ενός ήδη υφιστάμενου κτιρίου απαιτεί σημαντικά λιγότερους φυσικούς πόρους και οικοδομικά υλικά σε σχέση με την κατασκευή νέας κατοικίας, ενώ συμβάλλει και στην αισθητική και λειτουργική αναβάθμιση πολλών οικισμών όπου σήμερα παραμένουν εγκαταλελειμμένοι σκελετοί οικοδομών. Παράλληλα, η αποπεράτωση ημιτελών κατοικιών αποτελεί μια ιδιαίτερα αποδοτική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το κόστος που απαιτείται για την ολοκλήρωση μιας κατοικίας είναι σημαντικά μικρότερο από το κόστος δημιουργίας μιας νέας, γεγονός που σημαίνει ότι με τους ίδιους διαθέσιμους πόρους μπορεί να προστεθεί μεγαλύτερος αριθμός κατοικιών στο διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα. Πρόκειται, επομένως, για μια παρέμβαση με υψηλή σχέση κόστους-οφέλους, η οποία μπορεί να αποδώσει άμεσα αποτελέσματα τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τη συνολική λειτουργία της αγοράς κατοικίας. Η στεγαστική πολιτική δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στη δημιουργία νέων κατοικιών ή στην αναβάθμιση όσων ήδη κατοικούνται. Οφείλει επίσης να δώσει τη δυνατότητα στους πολίτες να ολοκληρώσουν κατοικίες που έμειναν ημιτελείς εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, μετατρέποντας εγκαταλελειμμένα «κουφάρια» οικοδομών σε ασφαλή, λειτουργικά και ενεργά σπίτια που θα καλύψουν πραγματικές στεγαστικές ανάγκες. Με τον τρόπο αυτό, η Πολιτεία δεν στηρίζει απλώς την οικοδομική δραστηριότητα, αλλά αξιοποιεί υφιστάμενο κεφάλαιο, ενισχύει την κοινωνική συνοχή και αυξάνει την προσφορά κατοικιών με έναν οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμο τρόπο.