• Θέση του Πανελληνίου Συλλόγου Προστασίας Ενοικιαστών (ΠΑΣΥΠΕ) στη Δημόσια Διαβούλευση για το Σχέδιο Εθνικής Στεγαστικής Πολιτικής ( ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΤΙΜΩΝ) Θέμα: Θεσμοθέτηση Εθνικού Δείκτη Τιμών Ακινήτων, Κίνητρα Στέγασης και Ανάγκη Επιβολής Πλαφόν στα Μισθώματα Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Προστασίας Ενοικιαστών (ΠΑΣΥΠΕ) χαιρετίζει τη συμπερίληψη της διάταξης για τη θεσμοθέτηση Εθνικού Δείκτη Τιμών Ακινήτων στο προτεινόμενο Σχέδιο Εθνικής Στεγαστικής Πολιτικής. Η ρητή αναφορά του σχεδίου ότι ο δείκτης αυτός θα προσδιορίζει πότε απαιτείται ειδικότερο πλαίσιο προστασίας των ενοικιαστών και θα αξιοποιείται ως εργαλείο αναφοράς για τον καθορισμό ανώτατων ευρών μισθώματος (πλαφόν), ιδίως για κατοικίες χαμηλής ποιότητας ή χαμηλής ενεργειακής απόδοσης, αποτελεί μια ορθή, ρεαλιστική και επιβεβλημένη θεσμική παραδοχή. Ωστόσο, προκαλεί κάκιστη εντύπωση το γεγονός ότι η κυβέρνηση, αμέσως μετά τις ανακοινώσεις και τους επικοινωνιακούς εκβιασμούς της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ) ότι δήθεν «θα κλείσουν τα σπίτια» και θα γιγαντωθεί η «φοροδιαφυγή», έσπευσε πανικόβλητη εντός 24 ωρών από την ανάρτηση του νομοσχεδίου στην διαβούλευση να αυτοδιαψευστεί, δηλώνοντας δημόσια ότι «δεν υπάρχει καμία σκέψη για επιβολή πλαφόν». Αυτή η εσπευσμένη κυβερνητική υπαναχώρηση προκαλεί εντύπωση.. Όταν το ίδιο το νομοσχέδιο κάνει σαφή μνεία για έλεγχο των μισθωμάτων και καθορισμό ανώτατων ορίων, μιλάει ξεκάθαρα για πλαφόν, όποια επικοινωνιακή ορολογία κι αν επιστρατευτεί εκ των υστέρων για να χρυσώσει το χάπι στα λόμπι των ιδιοκτητών. Ως ΠΑΣΥΠΕ, καλούμε την κυβέρνηση να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να μην υποκύψει στους εκβιασμούς και να προχωρήσει στην ψήφιση του άρθρου ως έχει. Ζητάμε μάλιστα να αναγνωριστεί ότι ο Εθνικός Δείκτης Τιμών πρέπει να αποτελέσει το εφαλτήριο για μια ακόμη πιο γενικευμένη επιβολή πλαφόν, κατά περίπτωση και κατά περιοχές, καθώς οι ανεξέλεγκτες αυξήσεις δημιουργούν πλέον θέμα οικονομικής επιβίωσης για εκατομμύρια ενοικιαστές. Προς επίρρωση της ανάγκης άμεσης εφαρμογής του Εθνικού Δείκτη Τιμών και του Πλαφόν, και προς απόκρουση των εκβιασμών της πλευράς των εκμισθωτών καταθέτουμε τις θέσεις και τα επιχειρήματά μας: 1. Κίνητρα και επιδοτήσεις μόνο με δεσμευτικό πλαφόν: Όσον αφορά τα κίνητρα που δίνονται σε ιδιοκτήτες με φορολογικές απαλλαγές και επιδοτήσεις για ανακαίνιση κατοικίας, καθώς και φορολογικές απαλλαγές, και κίνητρα που δίνονται σε κατασκευαστικές εταιρείες με 10ετείς φορολογικές απαλλαγές η με αντιπαροχή δημοσίων ακινήτων για της κατασκευή κατοικιών προς μίσθωση [κοινωνική αντιπαροχή} ο ΠΑΣΥΠΕ ξεκαθαρίζει ότι βρίσκονται σε θετική κατεύθυνση, αλλά υπό έναν απαράβατο όρο: πρέπει να συνοδευτούν υποχρεωτικά από την επιβολή πλαφόν στα μισθώματα με τα οποία θα διατίθενται αυτά τα ακίνητα. Σε αντίθετη περίπτωση, τα μέτρα αυτά δεν θα αποτελούν κοινωνική πολιτική, αλλά κρατικά επιδοτούμενα κίνητρα για τον πλουτισμό των ιδιοκτητών ή των μεγάλων κατασκευαστών σε βάρος των ενοικιαστών. Το δημόσιο χρήμα και οι φοροαπαλλαγές πρέπει να επιστρέφουν στην κοινωνία με τη μορφή προσιτής στέγης και όχι να χρηματοδοτούν την αισχροκέρδεια. 2. Αντικειμενικό μέτρο ελέγχου κατά της ήδη υπάρχουσας φοροδιαφυγής: Η ΠΟΜΙΔΑ ισχυρίζεται αβάσιμα ότι το πλαφόν θα γεννήσει φοροδιαφυγή μέσω «μαύρων» ενοικίων. Η αλήθεια είναι ότι η φοροδιαφυγή οργιάζει ήδη σήμερα, στο καθεστώς της πλήρως απελευθερωμένης αγοράς. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι ο μέσος όρος των δηλούμενων μισθωμάτων στην Ελλάδα ανέρχεται σε μόλις 255-260 ευρώ μηνιαίως, την ίδια στιγμή που η πραγματική αγορά απαιτεί 800 και 1.000 ευρώ μηνιαίως. Οι συντελεστές που εισάγει ο Εθνικός Δείκτης Τιμών για τον καθορισμό του πλαφόν —όπως η τιμή ζώνης, η παλαιότητα, η επιφάνεια, ο όροφος και η ενεργειακή απόδοση— θα λειτουργήσουν ανατρεπτικά κατά της φοροδιαφυγής. Το κράτος αποκτά ένα αντικειμενικό μέτρο σύγκρισης για τα δηλούμενα μισθώματα. Δεν θα μπορεί πλέον να υπάρχει χαώδης διάσταση μεταξύ του αντικειμενικά προσδιορισμένου ενοικίου (πλαφόν) και αυτού που δηλώνει ο εκμισθωτής, αναγκάζοντας την αγορά να ευθυγραμμιστεί με τη νομιμότητα. 3. Οι μικροϊδιοκτήτες έχουν ανάγκη το εισόδημα και δεν θα κλείσουν τα σπίτια τους: Ο εκβιαστικός ισχυρισμός ότι οι ιδιοκτήτες θα «κλειδώσουν» τα ακίνητά τους στερείται οικονομικής λογικής. Στην Ελλάδα, η συντριπτική πλειοψηφία είναι μικροϊδιοκτήτες που βασίζονται στο ενοίκιο για να καλύψουν πάγιες μηνιαίες ανάγκες και υποχρεώσεις. Είναι δεδομένο ότι θα προτιμήσουν να εισπράττουν ένα ελαφρώς μειωμένο αλλά σταθερό εισόδημα βάσει πλαφόν, παρά να βρεθούν με απολύτως μηδενικό εισόδημα. 4. Το δυσβάσταχτο κόστος ενός κλειστού ακινήτου: Ένα κλειστό διαμέρισμα δεν παράγει έσοδα, αλλά συνεχίζει να γεννά πάγια έξοδα (ΕΝΦΙΑ, κοινόχρηστα, δημοτικούς φόρους, δαπάνες συντήρησης). Κανένας μικροϊδιοκτήτης δεν έχει την οικονομική πολυτέλεια να επωμιστεί τη σίγουρη χασούρα ενός κλειστού σπιτιού απλώς και μόνο επειδή μπήκε ένα νόμιμο και δίκαιο όριο στην αισχροκέρδεια. 5. Εξασφάλιση κοινωνικής σταθερότητα: Το ΠΛΑΦΟΝ παράλληλα συγκρατεί τον πληθωρισμό και απελευθερώνει διαθέσιμο εισόδημα που επιστρέφει στην πραγματική οικονομία, αποτρέποντας την πλήρη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Συμπέρασμα Καλούμε την κυβέρνηση να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να μην υποκύψει στις συντεχνιακές πιέσεις της ΠΟΜΙΔΑ. Είναι απαράδεκτο η εκτελεστική εξουσία να αυτοδιαψεύδεται και να αποσύρει τις δικές της προτάσεις υπό το βάρος των ιδιωτικών συμφερόντων. Ζητάμε να προχωρήσει άμεσα στην ψήφιση του άρθρου για τον Εθνικό Δείκτη Τιμών Ακινήτων χωρίς εκπτώσεις και υπαναχωρήσεις. Επιπλέον, η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει ότι αυτός ο εθνικός δείκτης πρέπει να αποτελέσει το πρώτο βήμα για μια ακόμη πιο γενικευμένη επιβολή πλαφόν. Όταν οι αυξήσεις των μισθωμάτων ξεπερνούν κάθε όριο λογικής, δημιουργώντας πλέον μείζον κοινωνικό πρόβλημα και θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την οικονομική επιβίωση των ενοικιαστών, η κρατική παρέμβαση δεν είναι απλώς επιλογή, είναι συνταγματική και ηθική υποχρέωση προστασίας των πολιτών. Η ρύθμιση της αγοράς μέσω του Εθνικού Δείκτη Τιμών Ακινήτων και της επιβολής πλαφόν και μάλιστα σε μεγαλύτερη έκταση από αυτή που προβλέπει το προτεινόμενο σχέδιο δεν καταργεί το κέρδος, αλλά θέτει φραγμό στην ασυδοσία. Καλούμε το αρμόδιο Υπουργείο να μην υποκύψει στους εκβιασμούς, να μην αυτοδιαψεύδεται και να προχωρήσει στην άμεση νομοθέτηση του άρθρου. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, η ελεύθερη αγορά σταματά εκεί που ξεκινά η κοινωνική εξαθλίωση. Τα σπίτια χτίστηκαν για να κατοικούνται από ανθρώπους και όχι για να λειτουργούν ως εργαλεία οικονομικού εκβιασμού της κοινωνίας. ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ Κατά τα λοιπά, το υπό διαβούλευση σχέδιο για την Εθνική Στεγαστική Πολιτική αναγνωρίζει ότι το στεγαστικό ζήτημα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της χώρας. Ωστόσο, παρά τη θετική πρόθεση που αποτυπώνεται στην αιτιολογική του βάση, το περιεχόμενό του δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την αποτελεσματικότητα, τη σαφήνεια και την ικανότητά του να αντιμετωπίσει το άμεσο και οξύ πρόβλημα της πρόσβασης των πολιτών σε προσιτή κατοικία. Καταρχάς, το σχέδιο χαρακτηρίζεται από γενικές διατυπώσεις και ένα ιδιαίτερα ασαφές πλαίσιο εφαρμογής. Περιλαμβάνει διακηρύξεις αρχών, στρατηγικές κατευθύνσεις και προβλέψεις για μελλοντικές δράσεις, χωρίς όμως να αποσαφηνίζει επαρκώς ποια συγκεκριμένα μέτρα θα εφαρμοστούν, σε ποιο χρονοδιάγραμμα, με ποιους πόρους και με ποια μετρήσιμα αποτελέσματα. Η έλλειψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για το κατά πόσο η πολιτική αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε ουσιαστική ανακούφιση των νοικοκυριών που σήμερα δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις βασικές στεγαστικές τους ανάγκες. Το σημαντικότερο όμως ζήτημα είναι ότι το νομοσχέδιο δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει ΑΜΕΣΑ το επείγον πρόβλημα της εκρηκτικής αύξησης των ενοικίων και της συνεχούς επιδείνωσης της θέσης των ενοικιαστών. Χιλιάδες νέοι, οικογένειες, χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι δαπανούν πλέον δυσανάλογο ποσοστό του εισοδήματός τους για τη στέγαση, χωρίς να διαφαίνεται κάποια άμεση παρέμβαση που να περιορίζει αυτή την επιβάρυνση. Αντίθετα, η φιλοσοφία του νομοσχεδίου φαίνεται να στηρίζεται κυρίως στην ενίσχυση της προσφοράς μέσω κινήτρων προς ιδιοκτήτες και επενδυτές, με την προσδοκία ότι η αγορά θα εξισορροπήσει σταδιακά τις τιμές. Η εμπειρία όμως των τελευταίων ετών δείχνει ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν αρκεί όταν η στεγαστική κρίση έχει ήδη λάβει διαστάσεις κοινωνικής κρίσης και μάλλον επιδεινώνει την κατάσταση. Παράλληλα, η συντριπτική πλειοψηφία από τις προβλέψεις ευνοούν αποκλειστικά τους εκμισθωτές. Τα φορολογικά ή άλλα κίνητρα για την αξιοποίηση ακινήτων μπορεί να συμβάλουν στην αύξηση της διαθεσιμότητας κατοικιών, όμως δεν συνοδεύονται από αντίστοιχες δικλίδες προστασίας για όσους αναζητούν προσιτή στέγη. Δεν προβλέπονται ουσιαστικοί μηχανισμοί συγκράτησης των αυξήσεων στα ενοίκια, ενίσχυσης της διαφάνειας στην αγορά μίσθωσης ή ενδυνάμωσης των δικαιωμάτων των ενοικιαστών απέναντι σε καταχρηστικές πρακτικές. Έτσι, η ισορροπία μεταξύ των δύο πλευρών της αγοράς παραμένει εμφανώς άνιση. Επιπλέον, απουσιάζει μια ολοκληρωμένη πολιτική κοινωνικής κατοικίας με σαφείς ποσοτικούς στόχους, συγκεκριμένες πηγές χρηματοδότησης και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς ή σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, αλλά απαιτεί ενεργό δημόσια πολιτική, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και ουσιαστική προστασία των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Συνολικά, το νομοσχέδιο αποτελεί περισσότερο ένα πλαίσιο προθέσεων παρά ένα ολοκληρωμένο σχέδιο άμεσης δράσης. Σε μια περίοδο όπου η στεγαστική κρίση επηρεάζει την κοινωνική συνοχή, την οικονομική ανάπτυξη και τις δημογραφικές προοπτικές της χώρας, απαιτούνται σαφείς, στοχευμένες και άμεσα εφαρμόσιμες παρεμβάσεις. Η δημόσια διαβούλευση αποτελεί ευκαιρία να ενισχυθεί το νομοσχέδιο με συγκεκριμένα μέτρα που θα δίνουν πραγματική προτεραιότητα στην προστασία των ενοικιαστών, στη διασφάλιση προσιτής κατοικίας και στη δημιουργία ενός πιο ισορροπημένου και κοινωνικά δίκαιου στεγαστικού πλαισίου. Χωρίς τέτοιες ουσιαστικές βελτιώσεις, υπάρχει ο κίνδυνος το νομοσχέδιο να παραμείνει ένα γενικό στρατηγικό κείμενο, χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών που βιώνουν σήμερα τη στεγαστική κρίση. Πέραν του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν και άμεσα μέτρα αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης. Η αγορά κατοικίας βρίσκεται ήδη σε κατάσταση εκρηκτικής πίεσης και δεν μπορεί να περιμένει τα αποτελέσματα πολιτικών που θα αποδώσουν σε βάθος χρόνου. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να εξεταστούν βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις, και συγκεκριμένα η θέσπιση μηχανισμών συγκράτησης των υπερβολικών αυξήσεων στα μισθώματα (πλαφόν σε συγκεκριμένες κατηγορίες μισθώσεων, καθώς και η αύξηση της ελάχιστης διάρκειας των μισθώσεων από τα τρία στα έξι έτη. Η μεγαλύτερη διάρκεια των συμβάσεων θα προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στους ενοικιαστές, θα περιορίσει τις συχνές εξώσεις ή ανανεώσεις με σημαντικές αυξήσεις ενοικίου και θα συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου στην αγορά κατοικίας. Για τον Πανελλήνιο Σύλλογο Προστασίας Ενοικιαστών (ΠΑΣΥΠΕ)