Αρχική Σχέδιο νόμου "Προσωπικός Βοηθός, Πρώιμη Παρέμβαση και λοιπές ενεργητικές πολιτικές για άτομα με αναπηρία"ΕΝΟΤΗΤΑ Α΄ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΗΡΙΑ, ΤΗ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΒΟΗΘΟΣ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ (Άρθρα 1-12)Σχόλιο του χρήστη Χριστίνα-Αρετή Καραγιάννη-Χαλαβαζή | 28 Ιουνίου 2026, 18:39




Ο θεσμός του Προσωπικού Βοηθού συνιστά θεμελιώδη εγγύηση για τον σεβασμό της προσωπικότητας των ατόμων με αναπηρία, προάγοντας την ανεξάρτητη διαβίωσή τους και διευκολύνοντας τη σταδιακή αποδέσμευσή τους από την αποκλειστική εξάρτηση από το οικογενειακό περιβάλλον. Παράλληλα, ενισχύει ουσιαστικά τη συμμετοχή τόσο των ίδιων των ατόμων με αναπηρία όσο και των οικογενειών τους στην αγορά εργασίας και στην κοινωνική ζωή. Η αποτελεσματική εφαρμογή του θεσμού προϋποθέτει σταθερή πολιτική δέσμευση και επαρκή οικονομική στήριξη, προκειμένου να διασφαλιστούν βασικές αρχές που αποτελούν διαχρονικά αιτήματα της αναπηρικής κοινότητας: η ισότιμη συνύπαρξη, η αξιοπρεπής διαβίωση, η καθολική προσβασιμότητα και η πλήρης κοινωνική ένταξη. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα εξακολουθεί να παρουσιάζει αυξημένα ποσοστά κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς και χαμηλή αγοραστική δύναμη, με ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για τα άτομα με αναπηρία. Για τον λόγο αυτό, η παροχή προσωπικής βοήθειας οφείλει να αναγνωρίζεται ως δικαίωμα που απορρέει από τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε ατόμου, να χρηματοδοτείται επαρκώς, να ακολουθεί αμετάβλητα τον ωφελούμενο ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του και να τελεί υπό τον ουσιαστικό έλεγχό του. Κρίνεται αναγκαία η ρητή εναρμόνιση του θεσμικού πλαισίου με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (ιδίως τα άρθρα 19, 12 και 7), τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 21 και 26), τον Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, καθώς και τις κατευθυντήριες θέσεις του Autism Europe σχετικά με την υποστήριξη των αυτιστικών ατόμων στο πλαίσιο μιας νευροσυμπεριληπτικής προσέγγισης, χωρίς περιοριστικές πρακτικές ή εξαναγκασμό. Παράλληλα, απαιτείται η παροχή επίσημης ενημέρωσης σε απλή γλώσσα και σε πολλαπλά προσβάσιμα μορφότυπα. Η διεθνής εμπειρία από χώρες όπως η Σουηδία, η Δανία, η Φινλανδία, η Ολλανδία, το Βέλγιο (Φλάνδρα), η Γερμανία και η Σλοβενία αναδεικνύει ως βασικά χαρακτηριστικά επιτυχημένων συστημάτων προσωπικής βοήθειας: την κατοχύρωση του δικαιώματος βάσει αναγκών, την ύπαρξη προσωπικού προϋπολογισμού, την επιλογή και τον έλεγχο της παρεχόμενης υποστήριξης από τον ίδιο τον χρήστη, την παροχή επαρκών και ευέλικτων ωρών υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένης της νυχτερινής και επείγουσας κάλυψης, την υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων, τη χρήση εναλλακτικών και επαυξητικών μορφών επικοινωνίας (AAC), τις απαραίτητες αισθητηριακές προσαρμογές και τη διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας για τους προσωπικούς βοηθούς. Σε πλήρη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, το πακέτο ωρών προσωπικής βοήθειας θα πρέπει να ακολουθεί το άτομο χωρίς μεταβολές κατά τη μετακίνησή του μεταξύ περιφερειών της χώρας, ενώ θα πρέπει να προβλέπεται και η δυνατότητα προσωρινής διασυνοριακής χρήσης του εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για λόγους σπουδών, εργασίας, βραχείας διαμονής ή τουρισμού, μέσω απλής διαδικασίας γνωστοποίησης και σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή Κάρτα Αναπηρίας, η καθολική εφαρμογή της οποίας προβλέπεται έως τον Ιούνιο του 2028. Η καθιέρωση του θεσμού του Προσωπικού Βοηθού προϋποθέτει, πέραν της οικονομικής και διοικητικής του υποστήριξης, μια ουσιαστική μετατόπιση από το κυρίαρχο οικογενειοκεντρικό πρότυπο φροντίδας που εξακολουθεί να επικρατεί στην Ελλάδα. Παραδοσιακά, η ευθύνη για την υποστήριξη των ατόμων με αναπηρία αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στην οικογένεια, με αποτέλεσμα την υπερφόρτωση των οικογενειακών φροντιστών, την περιορισμένη αυτονομία των αναπήρων ατόμων και, συχνά, τον αποκλεισμό τους από την εκπαίδευση, την εργασία και την κοινωνική συμμετοχή. Ωστόσο, το μοντέλο αυτό βρίσκεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές της Ανεξάρτητης Διαβίωσης, όπως αυτές απορρέουν από το άρθρο 19 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (CRPD). Η ανεξάρτητη διαβίωση δεν ταυτίζεται με την αυτάρκεια, αλλά με το δικαίωμα του ατόμου να ασκεί έλεγχο στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή του, να επιλέγει τον τόπο και τον τρόπο διαβίωσής του και να συμμετέχει ισότιμα στην κοινότητα, λαμβάνοντας την αναγκαία υποστήριξη. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί ότι το καθεστώς συνοίκησης με έναν προσωπικό βοηθό δεν συνιστά, στην πράξη, βιώσιμη ή επαρκή λύση για τον μέσο ανάπηρο ενήλικα που διαβιώνει μόνος και χρειάζεται υποστήριξη σε εικοσιτετράωρη βάση λόγω σοβαρής κινητικής βλάβης. Η συνεχής παροχή υποστήριξης από ένα και μόνο πρόσωπο δημιουργεί σοβαρά ζητήματα εργασιακής βιωσιμότητας, επαγγελματικής εξουθένωσης, καθώς και διασφάλισης της ποιότητας της παρεχόμενης υποστήριξης, ενώ ενδέχεται να αναπαράγει σχέσεις εξάρτησης ασύμβατες με τη φιλοσοφία της Ανεξάρτητης Διαβίωσης. Επιπλέον, ενδέχεται να περιορίσει στην πράξη το δικαίωμα του ατόμου στην επιλογή και στον έλεγχο της υποστήριξης που λαμβάνει. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται η πρόβλεψη επαρκούς αριθμού ωρών και η δυνατότητα απασχόλησης περισσότερων του ενός προσωπικών βοηθών, ώστε να διασφαλίζονται η συνέχεια της υποστήριξης, η ασφάλεια, η αξιοπρεπής διαβίωση και η ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος στην ανεξάρτητη διαβίωση. Εν κατακλείδι, ο θεσμός του Προσωπικού Βοηθού αποτελεί βασικό εργαλείο για την προώθηση της ανεξάρτητης διαβίωσης, της ισότιμης συμμετοχής και της αξιοπρέπειας των ατόμων με αναπηρία. Παράλληλα, συμβάλλει στην αποφόρτιση των οικογενειακών φροντιστών και διευκολύνει τη συμμετοχή όλων στην εργασία, την εκπαίδευση και την κοινωνική ζωή. Ωστόσο, η επιτυχία του θεσμού συνδέεται άρρηκτα με την ανάπτυξη συμπληρωματικών πολιτικών, όπως η επιδότηση ενοικίου, η διασφάλιση προσβάσιμης και οικονομικά προσιτής κατοικίας, οι προσβάσιμες μεταφορές και οι πολιτικές εργασιακής ένταξης. Χωρίς την ενίσχυση αυτών των πολιτικών, η ανεξάρτητη διαβίωση δεν μπορεί να διασφαλιστεί στην πράξη.