|
Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
**Πρόταση για Ειδικό Νησιωτικό Μηχανισμό Στεγαστικής Ανθεκτικότητας στο πλαίσιο της Εθνικής Στρατηγικής για τη Στεγαστική Πολιτική 2026–2035** Η στεγαστική κρίση δεν είναι πλέον ένα θεωρητικό ή μεμονωμένο κοινωνικό πρόβλημα. Είναι μια καθημερινή πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες νέοι, εργαζόμενοι, ζευγάρια και οικογένειες σε όλη την Ελλάδα. Η δυσκολία εύρεσης κατοικίας, τα υψηλά ενοίκια σε σχέση με τα διαθέσιμα εισοδήματα, η αδυναμία πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση, οι επισφαλείς ή βραχυπρόθεσμες μισθώσεις και η διαρκής ανασφάλεια για το αν μπορεί κάποιος να παραμείνει στον τόπο όπου εργάζεται και ζει, έχουν μετατρέψει τη στέγαση σε ζήτημα κοινωνικής σταθερότητας, εργασιακής συνέχειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το πρόβλημα αφορά όλη τη χώρα. Ωστόσο, στους μικρούς νησιωτικούς δήμους εμφανίζεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Εκεί η αγορά κατοικίας είναι περιορισμένη, το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα είναι μικρότερο, η τουριστική δραστηριότητα απορροφά σημαντικό μέρος των κατοικιών, ενώ η εποχικότητα μετατρέπει συχνά την κατοικία από βασικό αγαθό σε τουριστικό προϊόν. Παράλληλα, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι συχνά ανεπαρκείς, απομακρυσμένοι ή πρακτικά αδύναμοι να αποτυπώσουν την πραγματική χρήση των ακινήτων. Έτσι, το στεγαστικό πρόβλημα στα νησιά δεν εμφανίζεται μόνο ως αύξηση ενοικίων. Εμφανίζεται ως συνολική αδυναμία πρόσβασης σε μόνιμη, νόμιμη, αξιοπρεπή και οικονομικά βιώσιμη κατοικία. Και όταν δεν υπάρχει κατοικία, δεν απειλείται μόνο η ιδιωτική ζωή ενός νοικοκυριού. Απειλείται η δυνατότητα ενός τόπου να κρατήσει εργαζομένους, οικογένειες, δημόσιες υπηρεσίες και ζωή όλο τον χρόνο. Η προσωπική μου εμπειρία αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα. Έφυγα από μεγάλο αστικό κέντρο για λόγους εργασίας, καθώς τόσο εγώ όσο και ο σύντροφός μου αποδεχθήκαμε συμβάσεις εργασίας σε δημόσιες υπηρεσίες στα Κύθηρα. Ζω μόνιμα στο νησί τα τελευταία επτά χρόνια. Πριν ακόμη εγκατασταθούμε στα Κύθηρα, όταν επικοινώνησα με μεσιτικό γραφείο για να αναζητήσω κατοικία, η απάντηση που έλαβα ήταν χαρακτηριστική: «Μην έρθετε, γιατί δεν υπάρχουν σπίτια για να νοικιάσετε». Παρ’ όλα αυτά, ήρθαμε, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να μην αποδεχθούμε τις θέσεις εργασίας μας. Η πρώτη κατοικία που καταφέραμε να μισθώσουμε ήταν μια μικρή τουριστική γκαρσονιέρα εντός οργανωμένης τουριστικής επιχείρησης, με την πρακτική πρόβλεψη ότι έπρεπε να αποχωρήσουμε στο τέλος Μαΐου, δηλαδή πριν από την έναρξη της υψηλής τουριστικής περιόδου. Η διαμονή αυτή δεν συνοδεύτηκε από την αναγκαία πλήρη συμβατική και φορολογική αποτύπωση, γεγονός που ανέδειξε από την πρώτη στιγμή όχι μόνο τη στεγαστική επισφάλεια, αλλά και τη γκρίζα ζώνη στην οποία συχνά κινείται η εποχική κατοικία σε τουριστικές περιοχές. Η συνθήκη αυτή δημιούργησε άμεση ανασφάλεια. Η απώλεια κατοικίας δεν θα σήμαινε απλώς μια δύσκολη μετακόμιση. Θα σήμαινε ταυτόχρονα κίνδυνο απώλειας εργασίας, εισοδήματος και δυνατότητας παραμονής στο νησί. Στη συνέχεια, καταφέραμε να βρούμε μια πιο ευρύχωρη κατοικία όχι μέσα από μια οργανωμένη και διαφανή αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης, αλλά άτυπα, από στόμα σε στόμα και μέσω προσωπικών επαφών στην τοπική κοινωνία. Αν δεν υπήρχε αυτή η προσωπική κινητοποίηση, είναι πολύ πιθανό η κατοικία αυτή να παρέμενε κλειστή ή αδρανής. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απόλυτη έλλειψη κτιριακού αποθέματος. Είναι και η απουσία θεσμικού μηχανισμού που να καταγράφει, να ελέγχει, να ενεργοποιεί και να επαναφέρει στην αγορά μακροχρόνιας κατοικίας κλειστά, υποαξιοποιούμενα ή αδρανή ακίνητα. Είναι επίσης η απουσία επαρκούς ελέγχου σε μια γκρίζα ζώνη της αγοράς, όπου η κατοικία μετατρέπεται σε εποχικό τουριστικό προϊόν, πολλές φορές χωρίς πλήρη φορολογική αποτύπωση, χωρίς διαφάνεια και χωρίς προστασία για τον εργαζόμενο ή τον μόνιμο κάτοικο. Η περίπτωση αυτή συνδέεται με ένα ευρύτερο φαινόμενο που παρατηρείται συχνά σε μικρές τοπικές κοινωνίες: σημαντικό μέρος της ακίνητης περιουσίας ανήκει σε ηλικιωμένους ιδιοκτήτες, σε συγκληρονόμους ή σε πρόσωπα που δεν κατοικούν μόνιμα στον τόπο, με αποτέλεσμα ακίνητα, οικόπεδα, αποθήκες, βοηθητικοί χώροι, καταστήματα ή παλαιές κατοικίες να παραμένουν κλειστά, αδρανή ή να αξιοποιούνται μόνο περιστασιακά. Την ίδια στιγμή, νέοι εργαζόμενοι, δημόσιοι υπάλληλοι, εποχικοί εργαζόμενοι, οικογένειες και ζευγάρια αδυνατούν να βρουν κατοικία. Σήμερα, το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Ο ένας από τους δύο μας διορίστηκε πλέον μόνιμος υπάλληλος σε δημόσια δομή στο νησί, ενώ ο άλλος εργάζεται σε δημόσια πολιτιστική δομή. Εάν αναγκαστούμε να φύγουμε από τα Κύθηρα λόγω αδυναμίας εύρεσης κατοικίας, αυτό δεν θα είναι απλώς μια ιδιωτική ή οικογενειακή δυσκολία. Θα σημαίνει πιθανή απώλεια εργασιακής συνέχειας, οικονομική απώλεια για εμάς, απώλεια ανθρώπινου δυναμικού για τον τόπο και πρόσθετο κόστος για το κράτος, το οποίο έχει ήδη επενδύσει στη στελέχωση δημόσιων λειτουργιών. Στα μικρά νησιά, η κατοικία δεν είναι απλώς ιδιωτικό αγαθό ή ζήτημα αγοράς. Είναι προϋπόθεση παραμονής, εργασίας, δημόσιας λειτουργίας και κοινωνικής ανθεκτικότητας. Όταν ένας μόνιμος υπάλληλος αεροδρομίου, ένας εργαζόμενος σε μουσείο, ένας εκπαιδευτικός, ένας γιατρός, ένας πυροσβέστης, ένας αστυνομικός, ένας τεχνικός υποδομών ή ένας υπάλληλος τοπικής διοίκησης δεν μπορεί να βρει κατοικία, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το άτομο. Αφορά τη λειτουργία του κράτους, την ασφάλεια, την υγεία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, την πολιτική προστασία και τη συνοχή της τοπικής κοινωνίας. Ιδιαίτερη διάσταση έχει και η αδήλωτη ή μη επαρκώς καταγεγραμμένη τουριστική εκμετάλλευση ακινήτων και χώρων. Σε αρκετές περιπτώσεις, κατά τους θερινούς μήνες, ακόμη και βοηθητικοί χώροι, αποθήκες ή γκαράζ αξιοποιούνται για τουριστική διαμονή, χωρίς την απαιτούμενη φορολογική και διοικητική αποτύπωση, χωρίς μισθωτήριο ή χωρίς την προβλεπόμενη καταχώριση και τα αναγκαία παραστατικά, ανάλογα με το καθεστώς χρήσης. Η πρακτική αυτή δεν αφαιρεί μόνο χώρους από τη μόνιμη κατοικία. Δημιουργεί απώλεια φορολογικών εσόδων, ενισχύει την παραοικονομία, τροφοδοτεί αδήλωτη οικονομική δραστηριότητα και προκαλεί αθέμιτο ανταγωνισμό προς τις νόμιμες τουριστικές επιχειρήσεις και τους ιδιοκτήτες που λειτουργούν σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο. Παράλληλα, η Πολιτεία χάνει την πραγματική εικόνα της χρήσης του οικιστικού αποθέματος. Δεν γνωρίζει με ακρίβεια ποια ακίνητα είναι πραγματικά κλειστά, ποια χρησιμοποιούνται ως κύριες κατοικίες, ποια ως τουριστικά καταλύματα, ποια εκμισθώνονται νόμιμα και ποια αξιοποιούνται άτυπα. Χωρίς πραγματικά δεδομένα, δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική στεγαστική πολιτική. Η δημόσια διοίκηση σχεδιάζει πολιτικές πάνω σε ελλιπή εικόνα, ενώ η πραγματική αγορά κινείται πολλές φορές σε ένα γκρίζο πεδίο. Για τον λόγο αυτό, η Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική πρέπει να ενσωματώσει ρητά την έννοια του «κόστους στεγαστικής αδράνειας». Το ερώτημα δεν πρέπει να είναι μόνο πόσο κοστίζει μια ενεργή στεγαστική πολιτική. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο κοστίζει στο κράτος η μη παρέμβαση. Όταν δύο νέοι εργαζόμενοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν έναν τόπο επειδή δεν βρίσκουν κατοικία, το κράτος χάνει σε πολλά επίπεδα. Χάνει φορολογικά έσοδα από την εργασία τους, ασφαλιστικές εισφορές, ΦΠΑ από την καθημερινή τους κατανάλωση, τοπική οικονομική δραστηριότητα και ανθρώπινο δυναμικό που έχει ήδη ενταχθεί στην παραγωγική και κοινωνική ζωή του τόπου. Αν οι εργαζόμενοι αυτοί υπηρετούν σε δημόσιες ή κρίσιμες λειτουργίες, τότε το κόστος αυξάνεται ακόμη περισσότερο. Δημιουργούνται κενά στελέχωσης, ανάγκη αντικατάστασης ή μετακίνησης προσωπικού, διοικητική επιβάρυνση, πιθανή ανάγκη επιδομάτων και τελικά υποβάθμιση των υπηρεσιών προς τους πολίτες. Το κόστος γίνεται ακόμη βαθύτερο όταν συνδέεται με τη δημογραφική κρίση. Η έλλειψη σταθερής κατοικίας καθυστερεί ή αποτρέπει τη δημιουργία οικογένειας. Ένα νέο ζευγάρι που δεν γνωρίζει αν θα έχει σπίτι σε λίγους μήνες δεν μπορεί εύκολα να σχεδιάσει το μέλλον του, να αποκτήσει παιδιά, να επενδύσει στον τόπο του ή να δημιουργήσει σταθερή οικογενειακή ζωή. Σε μια χώρα που ήδη αντιμετωπίζει υπογεννητικότητα και δημογραφική γήρανση, η στεγαστική ανασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα. Η κατοικία είναι προϋπόθεση οικογενειακού προγραμματισμού, κοινωνικής σταθερότητας και δημογραφικής ανθεκτικότητας. Εξίσου σοβαρό είναι το ζήτημα της αδυναμίας ιδιοκατοίκησης. Με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα, πολλοί νέοι εργαζόμενοι και νέα ζευγάρια δεν μπορούν να αποκτήσουν κατοικία. Οι τιμές αγοράς, το κόστος κατασκευής, τα επιτόκια, οι χαμηλές αποταμιεύσεις και η αναντιστοιχία εισοδημάτων και αξιών ακινήτων δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο διαρκούς ενοικιαστικής επισφάλειας. Οι νέοι δεν μπορούν να δημιουργήσουν περιουσιακή βάση, δεν μπορούν να ριζώσουν, δεν μπορούν να οργανώσουν με ασφάλεια το μέλλον τους. Αυτό δεν είναι μόνο ατομικό πρόβλημα. Είναι απώλεια αναπτυξιακής και δημογραφικής δυναμικής για τη χώρα. Προτείνεται, επομένως, η δημιουργία «Δείκτη Κόστους Στεγαστικής Αδράνειας» για νησιωτικούς και τουριστικούς δήμους. Ο δείκτης αυτός θα πρέπει να μετρά και να λαμβάνει υπόψη, ενδεικτικά, την απώλεια φορολογικών εσόδων από αδήλωτες ή μη επαρκώς καταγεγραμμένες μισθώσεις, την απώλεια ασφαλιστικών εισφορών και φόρων από εργαζομένους που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο εργασίας τους, το κόστος αντικατάστασης ή μετακίνησης προσωπικού σε κρίσιμες υπηρεσίες, την υποβάθμιση δημόσιων λειτουργιών λόγω αδυναμίας στελέχωσης, τη μείωση κατανάλωσης στις τοπικές κοινωνίες, την επιδείνωση της υπογεννητικότητας, την αποδυνάμωση της ιδιοκατοίκησης των νέων, την ενίσχυση της παραοικονομίας και την αύξηση της ανάγκης για μελλοντικά επιδόματα ή διορθωτικές παρεμβάσεις. Με βάση τα παραπάνω, προτείνεται η δημιουργία Ειδικού Νησιωτικού Μηχανισμού Στεγαστικής Ανθεκτικότητας, ο οποίος θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα γενικά μέτρα στεγαστικής πολιτικής και θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των μικρών νησιωτικών δήμων. Ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να οργανωθεί σε τρεις βασικούς άξονες: **Α. Διαφάνεια, καταγραφή και έλεγχος** 1. Καταγραφή των κενών, κλειστών, εγκαταλελειμμένων και υποαξιοποιούμενων κατοικιών ανά νησιωτικό δήμο. 2. Δημιουργία τοπικού ψηφιακού μητρώου κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση, με προτεραιότητα σε μόνιμους κατοίκους, νέους εργαζομένους, οικογένειες και προσωπικό κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών. 3. Διασύνδεση στοιχείων από δήμους, ΑΑΔΕ, Κτηματολόγιο, πλατφόρμες μίσθωσης και δημόσιες υπηρεσίες, ώστε να υπάρχει πραγματική εικόνα της χρήσης των ακινήτων. 4. Αυστηρότεροι και στοχευμένοι έλεγχοι σε αδήλωτες τουριστικές μισθώσεις και σε χώρους που χρησιμοποιούνται ως τουριστικά καταλύματα χωρίς να πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις. **Β. Ενεργοποίηση αδρανούς οικιστικού αποθέματος** 5. Ειδικά φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα για ιδιοκτήτες που διαθέτουν ακίνητα σε μακροχρόνια μίσθωση με νόμιμο, διαφανή και οικονομικά προσιτό τρόπο. 6. Πρόγραμμα ανακαίνισης κλειστών ή παλαιών κατοικιών, με αντάλλαγμα την υποχρεωτική διάθεσή τους για μακροχρόνια μίσθωση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. 7. Αξιοποίηση αδρανών ακινήτων, δημόσιας ή δημοτικής περιουσίας και ιδιωτικών ακινήτων που παραμένουν εκτός χρήσης, μέσα από συνεργατικά σχήματα με σαφείς όρους κοινωνικής ανταποδοτικότητας. **Γ. Νέα προσφορά κατοικίας και στέγαση κρίσιμων εργαζομένων** 8. Αξιοποίηση δημόσιας, δημοτικής ή αδρανούς ιδιωτικής γης για τη δημιουργία προσιτής κατοικίας. 9. Πιλοτικό πρόγραμμα ταχείας, ενεργειακά αποδοτικής, αντισεισμικής και αρχιτεκτονικά προσαρμοσμένης αρθρωτής ή προκατασκευασμένης κατοικίας σε μικρούς νησιωτικούς δήμους. 10. Δημιουργία ειδικού τοπικού στεγαστικού ταμείου, το οποίο θα μπορεί να χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους, ευρωπαϊκά προγράμματα και μέρος των εσόδων που συνδέονται με τη νόμιμη τουριστική δραστηριότητα. 11. Ειδική πρόβλεψη για εργαζομένους σε κρίσιμες δημόσιες και κοινωφελείς λειτουργίες, ώστε η τοποθέτηση ή ο διορισμός τους σε νησιωτικές περιοχές να συνοδεύεται από πραγματική δυνατότητα στέγασης. Η κατοικία πρέπει να αναγνωριστεί ως βασική κοινωνική, αναπτυξιακή και λειτουργική υποδομή. Ιδίως στα νησιά, χωρίς κατοικία δεν υπάρχει σταθερή εργασία. Χωρίς σταθερή εργασία δεν υπάρχει οικογενειακός προγραμματισμός. Χωρίς οικογενειακό προγραμματισμό δεν υπάρχει δημογραφική προοπτική. Και χωρίς δημογραφική προοπτική δεν υπάρχει βιώσιμη τοπική κοινωνία. Η στεγαστική πολιτική για τα νησιά πρέπει να περάσει από τη λογική της αποσπασματικής επιδότησης στη λογική της πρόληψης, της καταγραφής, της διαφάνειας, της αξιοποίησης του αδρανούς αποθέματος και της δημιουργίας νέας, γρήγορης και βιώσιμης προσφοράς κατοικίας. Η μη παρέμβαση δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Έχει κόστος. Και το κόστος αυτό το πληρώνουν οι νέοι, οι εργαζόμενοι, οι οικογένειες, οι τοπικές κοινωνίες, οι νόμιμες επιχειρήσεις και τελικά το ίδιο το κράτος.