Αρχική ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ με τίτλο «Επέκταση αρμοδιοτήτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης και της Εταιρείας Ύδρευσης...ΜΕΡΟΣ Α΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ, ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΥΣ ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΔΑΤΟΣ (Άρθρα 1-40)Σχόλιο του χρήστη ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΖΙΑΦΕΤΑΣ | 13 Ιουλίου 2026, 06:00




Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου επιχειρεί να αντιμετωπίσει ουσιαστικά προβλήματα των παρόχων υπηρεσιών ύδρευσης και άρδευσης, όπως η οικονομική βιωσιμότητα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η ανάγκη εκσυγχρονισμού των υποδομών. Οι στόχοι αυτοί είναι αναγκαίοι και σημαντικοί. Ωστόσο, θεωρώ ότι απουσιάζει μία βασική πρόβλεψη, η οποία αφορά τη λογοδοσία των διοικήσεων των παρόχων πριν από την παροχή κρατικής οικονομικής στήριξης ή άλλης μορφής οικονομικής διευκόλυνσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, σημαντικό μέρος των οικονομικών προβλημάτων των παρόχων δεν οφείλεται αποκλειστικά στο ενεργειακό κόστος ή σε αντικειμενικές δυσχέρειες, αλλά ενδέχεται να συνδέεται και με τη διαχρονική συσσώρευση ανείσπρακτων οφειλών καταναλωτών, στη μη εφαρμογή ή στην επιλεκτική εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων είσπραξης, καθώς και στη μη ομοιόμορφη εφαρμογή των κανονισμών λειτουργίας. Όταν οι ανείσπρακτες απαιτήσεις αυξάνονται επί σειρά ετών, ενώ παράλληλα οι οικονομικές ανάγκες των επιχειρήσεων καλύπτονται μέσω αυξήσεων τιμολογίων, δημιουργείται ο κίνδυνος το κόστος της διαχρονικής αδράνειας ή πλημμελούς διαχείρισης να μετακυλίεται τελικά στους συνεπείς καταναλωτές, οι οποίοι καταβάλλουν κανονικά τις υποχρεώσεις τους. Η αρχή της ανταποδοτικότητας των υπηρεσιών ύδρευσης προϋποθέτει ότι το κόστος λειτουργίας των παρόχων καλύπτεται κατά τρόπο δίκαιο και ισόρροπο. Όταν όμως σημαντικό μέρος των ανεξόφλητων απαιτήσεων παραμένει ανείσπρακτο επί σειρά ετών χωρίς να διαπιστώνεται αν εφαρμόστηκαν τα προβλεπόμενα μέτρα είσπραξης, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός ως προς το αν η οικονομική επιβάρυνση μετακυλίεται δυσανάλογα στους συνεπείς καταναλωτές ή τελικά στο Δημόσιο. Για τον λόγο αυτό θα ήταν χρήσιμο να εξεταστεί η προσθήκη διάταξης που να προβλέπει ότι, πριν από οποιαδήποτε κρατική οικονομική ενίσχυση, διαγραφή ή ρύθμιση υποχρεώσεων ή ανάληψη οικονομικών βαρών από το Δημόσιο ή τρίτους, θα διενεργείται έλεγχος σχετικά με: την εφαρμογή της πολιτικής είσπραξης των ληξιπρόθεσμων οφειλών, την τήρηση των εγκεκριμένων κανονισμών λειτουργίας, την ύπαρξη αντικειμενικών και ενιαίων κριτηρίων κατά την εφαρμογή μέτρων όπως οι διακοπές υδροδότησης ή άλλες διαδικασίες είσπραξης, τη διαπίστωση τυχόν σοβαρών διοικητικών παραλείψεων ή πλημμελειών που συνέβαλαν στη δημιουργία των οικονομικών προβλημάτων. Εφόσον διαπιστώνονται τέτοιες παραλείψεις, θα πρέπει να προβλέπεται η διερεύνηση των τυχόν διοικητικών, πειθαρχικών ή άλλων ευθυνών, σύμφωνα πάντοτε με την κείμενη νομοθεσία. Με τον τρόπο αυτό προστατεύονται τόσο το δημόσιο συμφέρον όσο και οι συνεπείς καταναλωτές, ενισχύεται η διαφάνεια και αποφεύγεται η δημιουργία ηθικού κινδύνου, όπου η οικονομική επιβάρυνση από διαχρονικές αστοχίες διοίκησης μεταφέρεται τελικά στην κοινωνία ή στους πολίτες που εκπληρώνουν κανονικά τις υποχρεώσεις τους. Η πρόταση αυτή δεν αποσκοπεί στην απόδοση ευθυνών εκ των προτέρων ούτε στην παρεμπόδιση της οικονομικής στήριξης των Δ.Ε.Υ.Α. Αντίθετα, αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι η κρατική ενίσχυση θα συνοδεύεται από διαφάνεια, χρηστή διοίκηση και λογοδοσία, προς όφελος τόσο των επιχειρήσεων όσο και των συνεπών καταναλωτών που δεν πρέπει να επιβαρύνονται με το κόστος παραλείψεων που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας των παρόχων υπηρεσιών ύδρευσης και η προστασία των συνεπών καταναλωτών δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους. Αντίθετα, αποτελούν δύο αλληλένδετες προϋποθέσεις για μια δίκαιη και αποτελεσματική πολιτική διαχείρισης του νερού.