Αρχική Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας για την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική ΠολιτικήΕνότητα 1. Στεγαστική Πολιτική: Πλαίσιο και ΠροκλήσειςΣχόλιο του χρήστη Ένωση Ενοικιαστών/τριών Θεσσαλονίκης | 3 Ιουλίου 2026, 10:55




Το κείμενο καταγράφει ορισμένους αριθμούς σωστά. Πράγματι, η ιδιοκατοίκηση μειώνεται, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στη Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, έχει υποχωρήσει στο 58%, με τη μίσθωση να αποτελεί πλέον πολύ σημαντικότερο τμήμα της στεγαστικής αγοράς (σελ. 36). Πράγματι, για τα νοικοκυριά του χαμηλότερου εισοδηματικού πεμπτημορίου, το ποσοστό όσων δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση υπερβαίνει το 80%, ενώ για τα νοικοκυριά του υψηλότερου πεμπτημορίου το αντίστοιχο ποσοστό κινείται μόλις στο 1%–2%, αναδεικνύοντας την ελάχιστη πίεση που υφίστανται τα υψηλότερα εισοδήματα (σελ. 34–35). Πράγματι, χιλιάδες ακίνητα παραμένουν κενά, τα ενοίκια αυξάνονται και η στεγαστική επισφάλεια πλήττει πλέον όχι μόνο τα πιο ευάλωτα στρώματα, αλλά ευρύτερα την κοινωνική πλειοψηφία. Όμως από τη στιγμή που το κείμενο περνά από την καταγραφή στη διάγνωση, αρχίζουν οι αστοχίες. Ακόμη και οι βασικές έννοιες παραμένουν ανεπαρκείς. Δεν υπάρχει σαφής ορισμός της προσιτότητας που να απαντά στις ανάγκες της πλειοψηφίας. Αυτό που παρουσιάζεται ως «προσιτό» -δηλαδή ενοίκιο χαμηλότερο από τις ήδη πανύψηλες τιμές της αγοράς- εξακολουθεί να μην είναι προσιτό για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (σελ. 119). Αντίστοιχα, η κοινωνική κατοικία ορίζεται ως μέτρο για ολιγάριθμα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και ευάλωτες ομάδες, και όχι ως ευρύτερη απάντηση σε μια κρίση που πλήττει μεγάλο μέρος του πληθυσμού (σελ. 119). Συγκεκριμένα, η στρατηγική αφορά ορισμένες επιμέρους ομάδες, για τις οποίες προτείνονται μέτρα που δεν συγκροτούν κοινωνική κατοικία (σελ. 39–41). Για τους φοιτητές προτείνονται επιδοτήσεις κατασκευαστικών ομίλων για φοιτητικές εστίες μέσω ΣΔΙΤ. Για τις οικογένειες ενοικιαστών προτείνονται επιδόματα, που μπορούν να τροφοδοτήσουν πληθωρισμό μέσω επιδοτήσεων (inflation by subsidy), καθώς και δάνεια για ενυπόθηκο δανεισμό. Για συγκεκριμένους δημόσιους υπαλλήλους σε συγκεκριμένες περιοχές προτείνεται διπλασιασμός επιδομάτων. Τέλος, για τους άστεγους δεν προτείνεται τίποτα ουσιαστικά διαφορετικό πέρα από ιδρύματα και επιδόματα. Πουθενά δεν κατονομάζονται όσοι ωφελούνται από την κρίση: εκμισθωτές, εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων, κατασκευαστές, επενδυτές και μεσίτες. Αυτή η αποσιώπηση επιτρέπει να παρουσιαστεί η στεγαστική κρίση ως τεχνικό πρόβλημα περιορισμένης προσφοράς, το οποίο αποδίδεται στο αυξημένο κόστος κατασκευής και ανακαίνισης, στις ελλείψεις ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, στη χαμηλή παραγωγικότητα και στα διοικητικά εμπόδια. Έτσι, η λύση που προτείνεται είναι περισσότερα κίνητρα στον κατασκευαστικό κλάδο και ενεργοποίηση του υπάρχοντος αποθέματος μέσω φοροαπαλλαγών στους ιδιοκτήτες και τους εκμισθωτές (ενδεικτική είναι η συνέχιση της αναστολής του φόρου υπεραξίας ακινήτων, που ισχύει ήδη από το 2024 και παρουσιάζεται ξανά ως μέτρο στεγαστικής πολιτικής). Αυτή η διάγνωση αποκρύπτει ότι το αυξημένο κόστος κατασκευής δεν έχει αποτρέψει τον ιδιωτικό κατασκευαστικό κλάδο από το να χτίζει. Απλώς χτίζει για όσους μπορούν να πληρώσουν τις τιμές που απαιτεί η κερδοσκοπία της κατοικίας. Παράλληλα, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού είναι αποτέλεσμα των αλυσίδων υπεργολαβίας που συμπιέζουν το εργατικό κόστος. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι δεν χτίζονται αρκετά σπίτια, αλλά ότι η παραγωγή και η διάθεση κατοικίας οργανώνονται γύρω από υψηλά περιθώρια κέρδους, προς όφελος οικοπεδούχων, κατασκευαστών, εταιρειών ανάπτυξης ακινήτων, επενδυτών, μεσιτών και εκμισθωτών. Οι κεφαλαιακές αποδόσεις που απαιτούν μεταφράζονται σε τιμές πώλησης και ενοικίασης δυσανάλογες προς τον μέσο μισθό, πόσο μάλλον προς τα εισοδήματα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Ακόμη και αν το κόστος κατασκευής μειωνόταν, οι τιμές δεν θα γίνονταν αυτόματα προσιτές, απλώς θα αυξάνονταν τα περιθώρια κέρδους σε άλλους κρίκους της αλυσίδας. Το ίδιο ισχύει και για το υπάρχον απόθεμα. Οι εκμισθωτές κατακρατούν ακίνητα προσβλέποντας σε άνοδο των τιμών, ενώ όταν τα διαθέτουν στην αγορά ζητούν ενοίκια δυσανάλογα προς τα εισοδήματα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Οι τιμές αυτές δεν καθορίζονται από τις ανάγκες των ενοικιαστών, αλλά από τη ζήτηση που διαμορφώνουν οι επενδυτές, ο τουρισμός και τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Γι’ αυτό και τα κενά ακίνητα δεν θα «πέσουν» στην αγορά με φοροαπαλλαγές προς τους εκμισθωτές. Η ενεργοποίηση κενών κατοικιών χωρίς έλεγχο ενοικίων αποτελεί επιδότηση των εκμισθωτών. Η στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών χωρίς ρύθμιση των τιμών οδηγεί σε νέες αυξήσεις ενοικίων και σε πληθωρισμό επιδομάτων. Με άλλα λόγια, δημόσιο χρήμα θα συνεχίσει να στηρίζει ιδιωτικές προσόδους, χωρίς να διασφαλίζει πραγματικά προσιτή κατοικία.