• Σχόλιο του χρήστη 'Homo Digitalis' | 3 Ιουλίου 2026, 21:09

    Α. Ορισμός της ΑΠΔΠΧ ως αρμόδιας αρχής εποπτείας της αγοράς Η Homo Digitalis χαιρετίζει την επιλογή του εθνικού νομοθέτη να ορίσει την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) ως αρμόδια αρχή εποπτείας της αγοράς. Η επιλογή αυτή είναι εύλογη, δεδομένης της θεσμικής εμπειρίας της στην εποπτεία πράξεων επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων σε τομείς όπου εφαρμόζονται συστήματα ΤΝ, και, κυρίως, του υψηλού επιπέδου επιστημονικής κατάρτισης, τεχνογνωσίας και επαγγελματισμού του ανθρώπινου δυναμικού της. Ωστόσο, η ανάθεση των νέων αυτών αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να αγνοεί τη διαχρονικά επιβαρυμένη λειτουργική κατάσταση της ΑΠΔΠΧ. Όπως η ίδια επισημαίνει και στην πλέον πρόσφατη ετήσια έκθεσή της, εξακολουθεί να λειτουργεί υπό συνθήκες χρόνιας υποστελέχωσης, περιορισμένης θεσμικής και οικονομικής αυτοτέλειας, ανεπαρκούς χρηματοδότησης και σοβαρών στεγαστικών προβλημάτων. Οι διαρθρωτικές αυτές αδυναμίες έχουν άμεσες επιπτώσεις στην αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της και, κατ’ επέκταση, στην πλήρη συμμόρφωση της χώρας προς το ενωσιακό δίκαιο. Ειδικότερα, με βάση την ετήσια έκθεσή της για το 2024, η Αρχή διαθέτει περίπου πενήντα (50) ενεργά στελέχη, έναντι ενενήντα μίας (91) οργανικών θέσεων που προβλέπονται από το ισχύον οργανόγραμμά της, ενώ, σύμφωνα με ίδια έκθεση, απαιτούνται τουλάχιστον εκατόν τριάντα πέντε (135) οργανικές θέσεις προκειμένου να ανταποκρίνεται επαρκώς μόνο στις βασικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το ενωσιακό και εθνικό νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Να επισημανθεί ότι η στελέχωσή της υπολείπεται σημαντικά εκείνης αντίστοιχων εποπτικών αρχών άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν το ίδιο ΑΕΠ με την Ελλάδα. Παράλληλα, οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την κάλυψη βασικών λειτουργικών αναγκών, όπως οι υποδομές, η εκπαίδευση του προσωπικού, η συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς συνεργασίας και η διατήρηση ανταγωνιστικών αποδοχών, ικανών να προσελκύσουν και να διατηρήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Περαιτέρω, η υπαγωγή των διαδικασιών πρόσληψης στο σύστημα του ΑΣΕΠ δεν επιτρέπει στην Αρχή να καλύπτει εγκαίρως τις υπηρεσιακές της ανάγκες, λόγω της ιδιαίτερης διάρκειας και ακαμψίας των σχετικών διαδικασιών. Η αδυναμία αυτή έχει ήδη επισημανθεί σε επίπεδο ετήσιων αναφορών από την ίδια την ΑΠΔΠΧ, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση Σένγκεν του 2021, με σχετικές συστάσεις προς την Ελληνική Δημοκρατία για την επιτάχυνση και μεταρρύθμιση του πλαισίου στελέχωσης της Αρχής, οι οποίες μέχρι σήμερα δεν έχουν υλοποιηθεί. Η υφιστάμενη κατάσταση αποτυπώνεται και στην καθημερινή πρακτική της Αρχής. Εκκρεμούν επί σειρά ετών υποθέσεις ιδιαίτερης σημασίας που αφορούν την προστασία προσωπικών δεδομένων και τη χρήση νέων τεχνολογιών. Ενδεικτικά, σημαντικός αριθμός υποθέσεων που έχει υποβάλει η Homo Digitalis παραμένουν υπό διερεύνηση για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα τέσσερα και πέντε έτη. Οι καθυστερήσεις αυτές αντανακλούν τις αντικειμενικές δυσχέρειες που προκαλεί η χρόνια υποστελέχωση και η ανεπαρκής υποστήριξη της Πολιτείας. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ορισμός της ΑΠΔΠΧ ως αρμόδιας αρχής εποπτείας της αγοράς απαιτείται να συνοδευθεί από ουσιαστική και άμεση ενίσχυσή της σε ανθρώπινους, οικονομικούς και υλικοτεχνικούς πόρους, όπως ρητά ορίζει το Άρθρο 70, παρ.3 του Κανονισμού 2024/1689. Επίσης, υπενθυμίζουμε ότι με βάση το Άρθρο 70, παρ.6 έως τις 2 Αυγούστου 2025, και στη συνέχεια ανά διετία, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την κατάσταση των οικονομικών και των ανθρώπινων πόρων των εθνικών αρμόδιων αρχών με αξιολόγηση της επάρκειάς τους, ενώ η Επιτροπή διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στο Συμβούλιο Τεχνητής Νοημοσύνης προς συζήτηση και, ενδεχομένως, διατύπωση συστάσεων. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθούν λύσεις στις χρόνιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΑΠΔΠΧ, η Ελληνική Δημοκρατία θα παραβιάζει τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, και επιφυλασσόμαστε για την υποβολή σχετικής καταγγελίας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η αποτελεσματικότητα της Αρχής οφείλεται σήμερα πρωτίστως στην υψηλή κατάρτιση, το αίσθημα θεσμικής ευθύνης και την επαγγελματική ακεραιότητα του προσωπικού της και όχι σε ένα επαρκές σύστημα κρατικής υποστήριξης. Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει ότι η ανάθεση νέων αρμοδιοτήτων δεν θα πραγματοποιηθεί χωρίς την αντίστοιχη ενίσχυση της διοικητικής και επιχειρησιακής της ικανότητας, καθώς διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπονομευθεί τόσο η αποτελεσματική εφαρμογή του Κανονισμού 2024/1689 όσο κα του νομικού πλαισίου προστασίας προσωπικών δεδομένων. Β. Ορισμός των αρχών εποπτείας της αγοράς για τα συστήματα ΤΝ υψηλού κινδύνου που αφορούν προϊόντα τα οποία καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία Σύμφωνα με το Άρθρο 74, παρ.3 του Κανονισμού 2024/1689, ο Κανονισμός 2019/1020 έχει πλήρη εφαρμογή στο πεδίο αυτό, ενώ τα συστήματα ΤΝ υψηλού κινδύνου που αφορούν προϊόντα τα οποία καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης που περιλαμβάνεται στο Τμήμα Α του Παραρτήματος Ι, η αρχή εποπτείας της αγοράς για τους σκοπούς του Κανονισμού 2024/1689 είναι η υπεύθυνη για τις δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς αρχή που ορίζεται δυνάμει των εν λόγω νομικών πράξεων. Στο αμέσως επόμενο εδάφιο, ο ενωσιακός νομοθέτης προβλέπει, ότι κατά παρέκκλιση, και σε κατάλληλες περιστάσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν άλλη σχετική αρχή που θα ενεργεί ως αρχή εποπτείας της αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζουν τον συντονισμό με τις σχετικές τομεακές αρχές εποπτείας της αγοράς που είναι υπεύθυνες για την επιβολή ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που απαριθμείται στο Τμήμα Α του Παραρτήματος I. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του ίδιου Άρθρου, για τα συστήματα ΤΝ υψηλού κινδύνου που διατίθενται στην αγορά, τίθενται σε λειτουργία ή χρησιμοποιούνται από χρηματοοικονομικά ιδρύματα τα οποία ρυθμίζονται από το ενωσιακό δίκαιο για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η αρχή εποπτείας της αγοράς για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού είναι η σχετική εθνική αρχή που είναι υπεύθυνη για τη χρηματοοικονομική εποπτεία των εν λόγω ιδρυμάτων δυνάμει της συγκεκριμένης νομοθεσίας, εφόσον η διάθεση στην αγορά, η θέση σε λειτουργία ή η χρήση του συστήματος ΤΝ συνδέεται άμεσα με την παροχή των εν λόγω χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Στο άμεσως επόμενο εδάφιο και πάλι ο ενωσιακός νομοθέτης προβλέπει ότι κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 6, σε κατάλληλες περιστάσεις, και εφόσον εξασφαλίζεται ο συντονισμός, το κράτος μέλος μπορεί να ορίσει άλλη αρμόδια αρχή ως αρχή εποπτείας της αγοράς για τους σκοπούς του Κανονισμού 2024/1689. Οι υπό διαβούλευση διατάξεις του Άρθρου 2, παράγραφος 2, στο παρόν Σχ.Νόμου δεν εισαγάγουν καμία εξαίρεση στις εν λόγω τομεακές αρχές, παρά τη σχετική δυνατότητα που δίνει ο ενωσιακός νομοθέτης, ούτε για τις αρχές που ορίζονται δυνάμει της μεταφοράς στην ελληνική έννομη τάξη της ενωσιακής νομοθεσία που περιλαμβάνεται στο Τμήμα Α του Παραρτήματος Ι του 2024/1689 , ούτε για τις αρχές που είναι υπεύθυνες για τη χρηματοοικονομική εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων τα οποία ρυθμίζονται από το ενωσιακό δίκαιο. Ωστόσο, οι διατάξεις της παραγράφου 4 του Άρθρου 8 του παρόντος Σχ. Νόμου, δημιουργεί ασάφεια, καθώς λόγω της διατύπωσής της συγκεκριμένες τομεακές αρχές φαίνεται, λόγω διατύπωσης, να μην συμπεριλαμβάνονται στις αρχές εποπτείας της αγοράς της παρ. 2 του άρθρου 3. Επίσης, τις ίδιες προκλήσεις ασάφειας θα μπορούσε να επισημάνει κανείς και με βάση τη διατύπωση της παραγράφου 1 του Άρθρου 9 του παρόντος Σχ.Νόμου, αφού Γενικές Γραμματείες κάποιων εκ των Υπουργείων που αναφέρονται εκεί, αποτελούν τομεακές αρχές εποπτείας της αγοράς. Σύμφωνα με τα όσα περιγράφονται στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του Σχ.Νόμου, δεν περιγράφεται καμία απολύτως υιοθέτηση κάποιας εξαίρεσης από τον εθνικό νομοθέτη ωστόσο. Το κείμενό της ρητά αναφέρει για το Άρθρο 3 ότι «ορίζονται ως τομεακές αρχές εποπτείας της αγοράς εκείνες, οι οποίες έχουν οριστεί βάσει της οικείας εθνικής τομεακής νομοθεσίας εναρμόνισης, για τα συστήματα ΤΝ υψηλού κινδύνου που συνδέονται με τα προϊόντα που καλύπτονται από την εν λόγω νομοθεσία εναρμόνισης. Οι εν λόγω αρχές για τους τομείς της αρμοδιότητάς τους διαθέτουν εξειδικευμένη τεχνογνωσία και ως εκ τούτου κρίνεται αναγκαίο να ορισθούν ως τομεακές αρχές εποπτείας της αγοράς.» Επομένως, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί το κείμενο της παραγράφου 4 του Άρθρου 8, και της παραγράφου 1 του Άρθρου 9, καθώς εάν εκείνα άτυπα εισαγάγουν κάποια εξαίρεση, αυτή γίνεται με εντελώς ασαφή τρόπο και χωρίς να διασφαλίζεται ο απαιτούμενος συντονισμός που απαιτεί ο Κανονισμός 2024/1689.